Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟ ΕΛ ΠΑΣΟ [PER QUALCHE DOLLARO IN PIU, 1965] {κριτικη του Κώστα Τσιναρίδη}

 

Το θρυλικό γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε περιέχει ταυτόχρονα και το πρώτο μεγαλειώδες σάουντρακ του μεγάλου Ένιο Μορικόνε, μετά το «Για μια χούφτα δολάρια» (1964), που ανέδειξε καλλιτεχνικά και τους δύο. Η υπόθεση είναι αρκετά απλή: δύο κυνηγοί επικηρυγμένων, με διαφορετικά κίνητρα ο καθένας, αναγκάζονται να συνεργαστούν για να παγιδέψουν μια επικίνδυνη συμμορία ληστών.




Το σενάριο εμπνέεται από τη «Συμμορία των επτά δολοφόνων» (Seven men from now, 1956) του Μπαντ Μπέτιτσερ, αλλά ο Λεόνε προχωρεί παραπέρα σε ένα σχόλιο για τη ρατσιστική φύση του αμερικανικού γουέστερν απέναντι στις ξένες κουλτούρες. Ο πρώην Νότιος συνταγματάρχης Μόρτιμερ (Λι Βαν Κλιφ), από την Καρολίνα, την πατρίδα του αμερικανικού ρατσισμού (ζήτημα που στις ΗΠΑ παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα), είναι ένας αριστοκράτης με έντονα στοιχεία σαδισμού προς τα θύματά του, που βλέπει το κυνήγι επικηρυγμένων ως τήρηση της καθεστηκυίας τάξης (και ως εκτόνωση πάνω στις μειονότητες, μια και ο παλιός Νότος δεν υπάρχει πια). Αντίθετα, ο Κουλοχέρης (Κλιντ Ίστγουντ) ενδιαφέρεται μόνο για την είσπραξη της επικήρυξης. Έτσι, ο συνταγματάρχης πρέπει να τον φέρει στον «ίσιο δρόμο» ώστε μέσα από τη συνεργασία τους να πιάσει το βαθύτερο «νόημα» της Ιστορίας. Η ευκαιρία έρχεται όταν η συμμορία αποφασίζει να ληστέψει το κατ’ εξοχήν σύμβολο του καπιταλισμού, μια τράπεζα, στη συνοριακή πόλη του Ελ Πάσο (που από το 19ο αιώνα μέχρι σήμερα αποτελεί το πέρασμα για τους Λατινοαμερικάνους μετανάστες στις ΗΠΑ).

Αν αυτοί είναι οι «καλοί» της υπόθεσης επειδή είναι με το νόμο, οι «κακοί» δεν είναι λιγότερο ενδιαφέροντες. Ο αρχηγός της συμμορίας, Ίντιο (ο πάντα σπουδαίος Τζιάν Μαρία Βολοντέ), είναι, όπως λέει και το όνομα, ένας μπασταρδεμένος Μεξικανό-Ινδιάνος που η κοινωνία τον εξοστράκισε (όπως αποδεικνύει η αλήθεια του φλας-μπακ), ενώ η αξιοθρήνητη συμμορία του αποτελείται αποκλειστικά από κουρελιάρηδες Μεξικάνους. Αφού αυτοί είναι οι επικίνδυνοι για την οικονομία και την κοινωνία, οι κυνηγοί επικηρυγμένων πρέπει να τους πατάξουν.

Ο σκηνοθέτης Σέρτζιο Λεόνε είχε δηλώσει σε συνέντευξή του: «Στα παιδικά μου χρόνια, η Αμερική ήταν σαν θρησκεία. Μετά μπήκαν στη ζωή μου αληθινοί Αμερικάνοι που ήρθαν πάνω σε τζιπ και τάραξαν τα όνειρά μου. Δεν ήταν πια Αμερικάνοι της Δύσης, αλλά στρατιώτες όπως όλοι οι άλλοι. Υλιστές, κτητικοί, που νοιάζονταν μόνο για την καλοπέραση και τα επίγεια αγαθά Αυτή ήταν και η προσέγγισή του στο γουέστερν: μια εξιδανίκευση της Αμερικής μέσω της εικόνας, που όμως εξαπατά τον θεατή. Γι’ αυτό και οι «καλοί» των ταινιών του συνοδεύονται πάντα από μια ειρωνική αχλή και έναν υφέρποντα σαδισμό.

Ο μεγάλος Μορικόνε υπογράφει εδώ το πρώτο φιλοσοφημένο του σάουντρακ. Μελωδικό, με σχολιασμό διαφορετικών καταστάσεων και συναισθημάτων, περνώντας εύκολα από το περιπετειώδες στο σαρκαστικό (ενίοτε και στο  φρενήρες), ενώ κάθε ήρωας έχει το δικό του ξεχωριστό μουσικό θέμα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι αυτό το σάουντρακ είναι ανώτερο ακόμα και από το «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος» (1966). Ίσως έχουν δίκιο. Και οπωσδήποτε ο Μορικόνε θα συνέχιζε με πολλές αριστουργηματικές συνθέσεις, αλλά αυτή είναι σίγουρα εκείνη που έδειξε ότι το μεγάλο του ταλέντο θα άντεχε στο χρόνο.



* 8-7-2020


,,η Φωτο επιλεχθηκε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !


Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΧΑΥΝΩΜΕΝΟ ΚΑΦΕΤΑΡΙΑΤΟ {του Αντώνη Κασίτα}

 

        Και να   ’μαστε  τώρα εδώ Δευτέρα πρωί να βιώνουμε άδεια, μετ' αποδοχών ακόμη... Θα μου πεις εσύ τώρα, καλό ερώτημα, - Έτσι την περνάς εσύ την άδεια;

«- Γράφετε;
- Γράφω όταν υπάρχω πολύ.»
                                                     Νίκος Καρούζος.





Παρήλθε λοιπόν και η Κυριακή, και το απομεσήμερο και τ' απόβραδο, άδειο γήπεδο, και το βότσαλο στη λίμνη δεν έπεσε... και σερνάμενη εμφανίζεται στο προσκείμενο μια Δευτέρα ίδια κι απαράλλακτη σαν όλες τις Δευτέρες του κόσμου και θωρείς από τον φεγγίτη το αγκαθωτό συρματόπλεγμά της απέναντι μάντρας. Που να ' ναι ο ίσκιος σου θεέ, που να βρω γυναίκα να σου μοιάζει και ιδρωμένα εσώρουχα σε ένα καλοκαίρι που πάει να σκάσει μύτη και δειλιάζει. Να έχεις φάει στη μάπα όλη τη μετάλλαξη των καιρών και κρυφό σεργιάνι τα βράδια στην αίσθηση και στην παραίσθηση να σε γεμίζει ελπίδα, μέχρι που ν' αρχίσει να σκάει μύτη φως μέρας για να συρθούμε ξανά στον κάματο άλλης μιας πληγωμένης βδομάδας.

         Πως την αντέχουμε τόση μετάλλαξη πια... Να φανταστείς ότι άκουγα παπαγάλους να γαυγίζουν, τους είχε η τηλεόραση, άκουγα σκυλάκια να νιαουρίζουν με χαμένη όσφρηση, τα συναντώ κάθε μέρα στο δρόμο  και οι γάτοι μηρυκάζουν, ευνουχισμένοι αραχτοί πάνω στο χαλί ή στον καναπέ, το ίδιο είναι. Άσε που είδα μαϊμούδες να χλιμιντρίζουν κι αυτές στο δρόμο κυκλοφορούν και έχουν γίνει και πολλές.
Τις προάλλες ένα πουλί έπεσε από τα κεραμίδια, βιάζονταν: ήθελε να πετάξει πρόωρα; ή μήπως νοιαζόταν να απολαύσει την κάθε στιγμή του πετάγματος; Ας ήταν ότι ήθελε, το μάζεψα και το κράτησα λίγες μέρες σε ένα κλουβί. Το έκανα για να μεγαλώσει λίγο ακόμη άραγε; ή μήπως ήθελα να βιώσει και αυτό λίγη από τη φυλακή μου; Απορίας άξιον.
Να νοιώθω διχοτομημένος, διχασμένος, διαστρεβλωμένος και διαβολεμένος συνάμα, που πάει και χώνει ο διάολος την ουρά του, άλλο μυστήριο... Να θέλω να πετάξω μισή ύπαρξη στο σκουπιδαριό της καταναλωτικής μου ευμάρειας, και το άλλο μου μισό να το αφήσω να κυκλοφορεί στο απυρόβλητο της φαντασίας, στο παραπέρα των αισθήσεων. Η ζωή τραβάει την ανηφόρα κι εσύ ρακένδυτος από ύπαρξη να προσδοκάς μιαν άλλη ζωή "αποχαυνωμένο καφεταριάτο" κι εγώ να σου φωνάζω από το άλλο σου το αυτί: "ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΧΑΥΝΩΜΕΝΟ ΚΑΦΕΤΑΡΙΑΤΟΟΟΟ!!!". Μα είναι η μάνα σου κουφή πινακωτή- πινακωτή και δεν ακούς, δεν ακούω, δεν γροικώ πράμα.
          Μέσα στη μανιοκατάθλιψη μου στερούν και το shop therapy και άντε να βρω άκρη στον ανεμοστρόβιλο του μέσα μου και το προς τα έξω μου είναι αυτό που μου φταίει τα μάλα, εκεί το εξ ορισμού λάθος υπαρξιακό... " το προς τα έξω μου"... Το μέσα μου καλά κρατεί και αντιστέκεται κλειδαμπαρωμένη ύπαρξη σεντούκι που σεργιανούν τα ποντίκια. Ας είναι, της μοίρας μου γραφτό να υποβόσκω στο πάθος των χαμένων αναμνήσεων, κάθε στιγμή δικιά μου δικιά σου στο αντάμωμα, κάπου εκεί στο βάθος ξεχασμένες αλήθειες παραμονεύουν. Στο προσδόκιμο ζωής το απροσδόκητο των ερώτων, ιδού η αντίθεσις κυρίες και κύριοι... Μαζεύω ύπαρξη πρωινό Δευτέρας, ως μόσχος σιτευτός συλλέγει ήλιο και ξαμολώ ελπίδες στο παραπέρα της γραμμής των οριζόντων. Στους οικοδόμους της νέας εποχής οι ευχές μου: τα σπίτια που θα χτίζουν να είναι αντισεισμικά, με βάσεις και θεμέλια γερά για να αντέχουν αντεπανάσταση, πάλι ελπίδες; 
Ο κατακερματισμός των χρωμάτων, η διαπόμπευση των αντιφάσεων, η ασυμμετρία των αισθήσεων και πάει λέγοντας στο ριζικό της αναμόχλευσης των παθών. Ποια θλίψη σε βαραίνει καρδιά παραπονιάρα κι απαρηγόρητη; πες μου το εμένα, μίλα καημέ και ντέρτι μίλα... Με φως χαράζω τα σημάδια μου και η υφή των πραγμάτων στην αφή. Η ουσία αντιμάχεται εξουσία, αναίτιο ντέρτι μου μίλα επιτέλους, εγώ εκ προοιμίου θα σε βολτάρω κάπου εκεί στη φεγγαρολουσιά των απαγορευμένων καρπών. Στον μάταιο τούτο κόσμο χαράζω φλέβες και κοκκινίζω τα δάση τα καμένα (μόνο δάση κάψαμε; για τα καμένα κύτταρα ουδείς λόγος). «Μικρός λαχειοπώλης τ' ουρανού»1, αγναντεύω θάλασσα κάθε δειλινό και τα αφρόψαρα σεληνιάζονται κάθε που  φεγγάρι ολόγιομο... 
      Ξεπουλημένη Δευτέρα, πουτάνα στο καλντερίμι σαν τη ζωή που θέλεις να την δεις ερωτικά μα αυτή κοιτάζει τα εν τη παλάμη, που θες να αγοράσεις αίσθημα... Ας είναι λοιπόν, πουτάνα Δευτέρα, πουτάνα ζωή, πουτάνα επανάσταση, εγώ, πάντα θα σας αγαπώ, γιατί εκτός του ότι είστε γένους θηλυκού όλες και σας την πέφτω χρόνια, αλλά ανένδοτες στη φύση σας, εσείς μου ξεσκίζετε την ύπαρξη με τα καμώματά σας....
Που είστε φιλαράκια; Δουλεύτε, εγώ θα σκέφτομαι μεγαλοφώνως μπας και συγκινηθεί και το αναίτιο ντέρτι μου να λογικευθεί ύπαρξη, θα σκέφτομαι μεγαλοφώνως πάντα γιατί έτσι μου αρέσει....

Σε όλες τις Δευτέρες της ζωής μου
Σε όλους εσάς τους Ανθρώπους της δουλειάς
Στην ευγενική και τρυφερή ύπαρξη που χρωματίζει τα τελευταία βράδια μου
Στον κόσμο που αποτινάζει σιγά - σιγά από πάνω του σκόνη αιώνων και σκουριά.
Στις Δευτέρες των παιδιών των σχολείων.....





* οι Φωτο, ειναι του γραφοντος !

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ [CONFESSIONE DI UN COMMISSARIO, 1971] {κριτικη του Κώστα Τσιναρίδη}

 

Το αστυνομικό φιλμ είναι ένα αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό είδος με πάρα πολλούς οπαδούς. Με την κατάλληλη σκηνοθετική καθοδήγηση μπορεί να προσφέρει μια ποιοτική διασκέδαση στους σινεφίλ. Ωστόσο, το νήμα που συνδέει την αστυνομική πλοκή με τον πολιτικό προβληματισμό δε γίνεται πάντοτε αντιληπτό. Ο παραγνωρισμένος διανοούμενος Νταμιάνο Νταμιάνι κατόρθωσε να το συνδέσει πολλές φορές, όπως στην Εξομολόγηση ενός Αστυνομικού.





Ο επιθεωρητής της αστυνομίας Μποναβία (Μάρτιν Μπάλσαμ) πετυχαίνει την αποφυλάκιση ενός γκάνγκστερ με την ελπίδα ότι θα στραφεί ενάντια στο πρώην αφεντικό του, τον αδίστακτο μεγαλοεργολάβο Λομούνο (Λουτσιάνο Κατενάτσι). Όταν το σχέδιό του αποτυγχάνει, ο έντιμος όσο και ιδεολόγος εισαγγελέας Τραϊνι (Φράνκο Νέρο) καλείται να ερευνήσει την υπόθεση. Η αποκάλυψη ενός λαβυρίνθου στοιχείων θα έχει οδυνηρές συνέπειες για όλους.

Βασισμένη σε αληθινό περιστατικό, η ταινία υιοθετεί αρχικά το στυλ της γκανγκστερικής περιπέτειας για να συνεχίσει με στοιχεία θρίλερ (οι σκηνές στο ψυχιατρείο) και να καταλήξει στο κοινωνικό δράμα. Η δεξιοτεχνία του Νταμιάνι είναι εμφανής, αφού χειρίζεται άνετα την κάμερα και τους ηθοποιούς σε μακρές λήψεις (η σκηνή της ιδεολογικής διαφωνίας Τραϊνι- Μποναβία), ενώ καταφέρνει να διατηρεί την ίδια ένταση σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους. Οι ήρωές του κινούνται μέσα σε ένα περιβάλλον διεφθαρμένο οικονομικά και πολιτικά, που έρχεται σε αντίθεση με την εμμονή τους στο σεβασμό του νόμου (Τραϊνι) ή στις αληθινές αλλά παραγκωνισμένες αξίες (Μποναβία). Η δυναμική όσο και μελαγχολική μουσική επένδυση του Ριτς Ορτολάνι και η λαδί φωτογραφία του Κλαούντιο Ραγκόνα τονίζουν την πορεία τους προς το πικρό τέλος με την ταυτόχρονη διάλυση κάθε ψευδαίσθησης για το πολιτικό και νομικό σύστημα το οποίο υπηρετούν.

Εντύπωση προκαλεί η απουσία του μαζικού κινήματος, γεγονός παράξενο για πολιτική ταινία. Η ταξική πάλη εμφανίζεται ως μακρινή ανάμνηση μέσα από φλας-μπακ, με μοναδικό θετικό πρότυπο τον δολοφονημένο συνδικαλιστή φίλο του Μποναβία. Είναι η εποχή που το εργατικό κίνημα αρχίζει και κατακαθίζει, αφού το πανίσχυρο Ιταλικό ΚΚ, στο οποίο ανήκε και ο οξυδερκής Νταμιάνι, ολοκληρώνει την απάρνηση των αρχικών επαναστατικών του οραμάτων με τη διατύπωση του “ιστορικού συμβιβασμού”. Ακόμα και έτσι όμως, οι ήρωες δε θα μπορούσαν να αλλάξουν στρατόπεδο, αφού έχουν ήδη στιγματιστεί ως “εχθροί”. Όσο για τη Μαφία, όσο περιθωριακή και αν φαντάζει, είναι άρρηκτα δεμένη με την επιχειρηματικότητα. Τα παραπάνω δεικτικά σχόλια οδήγησαν την ταινία να βραβευτεί στο πιο πολιτικοποιημένο διεθνές φεστιβάλ, αυτό της Μόσχας.

Η ταινία είναι η πιο αντιπροσωπευτική των προβληματισμών του Νταμιάνι, ο οποίος δικαιώνει πλήρως τον χαρακτηρισμό που του απέδωσε ο Παζολίνι ως “σκληρού ηθικολόγου που αναζητά χαμένες παραδοσιακές αξίες”. 45 χρόνια μετά, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Αν ο Νταμιάνι σκηνοθετούσε τώρα την ταινία του, δεν θα άφηνε ανοιχτό το τέλος της, του οποίου η έκβαση λειτουργεί εντέλει ως σχόλιο για την προσωπική ηθική του Τραϊνι παρά ως πολιτική προτροπή προς τους συναδέλφους του.

 


* 11-4-2016


,,η Φωτο επιλεχθηκε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !


Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

Τασος Κατσαρος: «Αναζητώντας το Χρυσάφι του Χρόνου» ! {ΣυΝεντευξη στον Αθανάσιο Αθάνατο}

 

Το Καλοκαίρι που μας πέρασε παρουσιάστηκε σε θερινό Κινηματογράφο της Θεσσαλονίκης η ταινία ντοκιμαντέρ του Τάσου Κατσαρού με τίτλο "Αναζητώντας το Χρυσάφι του Χρόνου" η οποία ολοκληρώθηκε το 2018, βασισμένη στην έρευνα που έχει κάνει τα προηγούμενα χρόνια σχετικά με την αγωνιστική δράση της πόλης τη δεκαετία του '40. Επ' ευκαιρία αυτής της προβολής - εν μέσω ή ακόμα καλύτερα παρόλη την πανδημία - ήρθα σε επαφή με τον Συγγραφέα & Σκηνοθέτη με τον οποίο πρωτογνωρίστηκα ως θαμών του Συνεταιριστικού Βιβλιοπωλείου Καφέ 'Ποέτα' του οποίου είναι μέλος, που βρίσκεται στην κορυφή της οδού Αριστοτέλους. Κι έτσι γρήγορα μπήκαμε στην ουσία της συζήτησης ,,,








Αθανάσιος Αθάνατος {Α}: «Αναζητώντας το Χρυσάφι του Χρόνου».. κατ’ αρχάς, πως επιλέχθηκε αυτός ο τίτλος για το ντοκιμαντέρ;

 

Τάσος Κατσαρός {ΤΚ}: Ευχαριστώ για την πρόσκληση αρχικά. Αυτός ο τίτλος προέρχεται από μια ρήση του υπερρεαλιστή André Breton και ακριβώς επειδή έχει να κάνει με κομμάτια του παρελθόντος μου άρεσε σαν τίτλος και τον επέλεξα.

 

{Α}: Το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται κάτι πολύ συγκεκριμένο σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο’ ποιο ερέθισμα είχες για να ασχοληθείς με την δεκαετία του ’40;

 

{ΤΚ}: Τώρα πηγαίνουμε αρκετά πίσω.. το 1997 είχαν πέσει στα χέρια μου κάποια αρχεία – ντοκουμέντα μιας χαμένης υπόθεσης του εμφυλίου πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η υπόθεση και η δίκη μαζί της Στενής Αυτοάμυνας της ΟΠΛΑ του εμφυλίου, της Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών. Ήμουνα τότε αρκετά μικρός, αυτά τα στοιχεία τα επεξεργάστηκα, στην αρχή σοκαρίστηκα που έβλεπα ζωντανές φωτογραφίες ανθρώπων πολύ νέων και άρχισα να ψάχνω, να κάνω έρευνα ιστορική, ώσπου στη διάρκεια σκέφτηκα ότι αυτά τα αρχεία δε θα έπρεπε να τα κρατήσω μόνο για μένα..να τα βγάλω και προς τα έξω και γεννήθηκε σαν ιδέα να γραφτεί ένα βιβλίο. Έτσι ξεκίνησε η πρώτη ιστορική μου έρευνα…

{Α}: Μου κάνεις πάσα, γιατί ήθελα να σε ρωτήσω για το βιβλίο πρώτα απ’ όλα’ το οποίο βγήκε κάποια χρόνια πριν …

 

{ΤΚ}: Ήταν με βάση αυτήν την ιστορία που είπα πιο πριν.. λέγεται «Μια Απόφαση Μάχομαι Μέχρι Το Τέλος – Στενή Αυτοάμυνα Ο.Π.Λ.Α Θεσσαλονίκη 1946-47». Ήταν η περίοδος που εκτυλίχθηκε αυτή η υπόθεση αντάρτικου πόλεων μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στην εποχή του Εμφυλίου πολέμου. Αργότερα μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας μπήκα σε μια διαδικασία να κάνω κάτι που θεωρούσα ότι έλειπε για τη Θεσσαλονίκη, μια έρευνα για την κατοχική περίοδο - της Γερμανικής κατοχής - και τότε δεν ήρθαν και με βρήκαν τα στοιχεία, εγώ έτρεξα και βρήκα στοιχεία.





 

{Α}: Μιλάμε για το βιβλίο, οι «Οι αντάρτες δεν προσκυνούν»





 

{ΤΚ}: Το δεύτερο βιβλίο που έχω κάνει, «Οι Αντάρτες δεν Προσκυνούν – Μάχες του Ε.Λ.Α.Σ και της Ο.Π.Λ.Α στην Κατεχόμενη Θεσσαλονίκη 1941-44». Μετά απ’ αυτό και λόγω του ότι έχουμε ένα συνεργατικό βιβλιοπωλείο – καφέ, ένας φίλος που τον είχα γνωρίσει μέσα σ’ αυτόν τον χώρο στο Poeta, μου πρότεινε να το κάνουμε ντοκιμαντέρ. Για μένα ήταν ένας άγνωστος κόσμος γιατί δεν είχα ασχοληθεί καθόλου εννοώ να μπω στη διαδικασία, αλλά ο Γιάννης ο Τσιτσίμης με καθησύχασε μου είχε πει πως είχε κάνει κάποια μικρά ντοκιμαντέρ, είχε κάμερα κι έτσι ξεκινήσαμε γρήγορα-γρήγορα να μπούμε στη διαδικασία να πάρουμε συνεντεύξεις πριν καλά-καλά εκδοθεί το βιβλίο.

 

{Α}: Πως βρέθηκαν αυτοί οι άνθρωποι, πως έγινε αυτή η επαφή. Μάλιστα είχατε και μια υπεραιωνόβια κυρία την οποία την είδα ζωτικότατη κιόλας.. πόσο δύσκολο ήταν κάποιοι να μιλήσουν, και μάλιστα αυτοί που ήταν – ενδεχομένως -  απ’ την αντίθετη πλευρά;

 

{ΤΚ}: Κατά τη γνώμη μου δεν ήταν και τόσο δύσκολο γιατί είχα την εμπειρία της πρώτης έρευνας. Πιστεύω πως όταν προσεγγίζεις ανθρώπους και θέλεις ν’ ανοίξουν την καρδιά τους πραγματικά με ειλικρινείς όρους για να μιλήσουν γι’ αυτό το κομμάτι της ιστορίας που ήταν το πιο συγκλονιστικό του 20ου αι. , δεν έχεις πρόβλημα. Προφανώς πρέπει να σέβεσαι και τους ίδιους και την όλη διαδικασία. Μ’ άρεσε αυτό το κομμάτι της Ιστορίας και ήξερα που θα επικεντρωθώ και πως θα προσεγγίσω.. είναι ευχάριστο ταξίδι στο παρελθόν και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που κατάφερα να τους προλάβω, κάποιοι έχουν φύγει απ’ τη ζωή και είναι λογικό όταν ο μικρότερος ήταν 88 χρονών, αν θυμάμαι καλά. Υπό αυτήν την έννοια με τον Γιάννη τον Τσιτσίμη τρέξαμε πολύ γρήγορα 2-3 μήνες πριν να εκδοθεί  το βιβλίο για να προλάβουμε να πάρουμε τις συνεντεύξεις για να φτάσει στις νέες γενιές.

 

{Α}: Το ντοκιμαντέρ βέβαια διαπνέεται μέσα από μια συγκεκριμένη ιδεολογική ταυτότητα και θά ‘λεγα πως είναι κάπως υποκειμενικό και διδακτικό στο τέλος. Σίγουρα σε επηρέασε πάρα πολύ αυτό για να δουλέψεις πάνω σε κάτι τέτοιο. Τελικά θέλω να σε ρωτήσω εάν πιστεύεις αν μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα η Τέχνη στην κοινωνία.. εδώ ήθελα να καταλήξω. Δηλαδή το αποτέλεσμα – η απόρροια όλης αυτής της δουλειάς που έχεις κάνει.

 

{ΤΚ}: Καταρχάς δεν πιστεύω πως υπάρχει αντικειμενική Ιστορία. Δηλαδή εκ των πραγμάτων κάθε ερευνητής, κάθε καλλιτέχνης βάζει την πινελιά του. Ποια είναι η αντικειμενική ιστορία.. να κάνεις αντιπαράθεση των στοιχείων, να πεις ότι οι αντάρτες σκοτώσαν τόσους οι ταγματασφαλίτες σκοτώσαν άλλους τόσους, άρα το καταγράφουμε σαν ιστορικό στοιχείο και είμαστε εντάξει; Αν δεν εξετάσεις τις συνθήκες που δημιούργησαν αυτά τα στρατόπεδα, κάτω από ποια συμφέροντα θέλανε να επικρατήσει η μία ή η άλλη άποψη, δε νομίζω πως είσαι αντικειμενικός.. γιατί τελευταία είναι πολύ της μόδας να μιλάνε για αντικειμενική Ιστορία. Για ποιο λόγο οι φτωχοί ξεσηκώθηκαν και ‘φτιάξαν το Ε.Α.Μ; Για να επιβιώσουν και να μην πεθάνουν απ’ την πείνα. Για ποιο λόγο ένα μεγάλο κομμάτι απ’ το άλλο το στρατόπεδο συνεργάστηκε με οποιουσδήποτε κατακτητές περάσαν από εδώ; Γερμανούς, Ιταλούς, Βούλγαρους – Φασίστες μιλάμε πάντα.. για να διατηρήσουν τα προνόμια τους. Το ένα κομμάτι είναι αυτό, το άλλο κομμάτι.. η Τέχνη μπορεί να δώσει πολλά στις κοινωνίες. Δεν πιστεύω ότι η Τέχνη μπορεί να κάνει επανάσταση, μπορεί να δώσει ένα νόημα στις ζωές των ανθρώπων και ν’ αφυπνίσει συνειδήσεις. Η Τέχνη είναι κι αυτή μια μορφή κοινωνικής συνείδησης.

 

{Α}: Και τα μηνύματα που περνάει στην κοινωνία ; Γιατί αυτό με ενδιαφέρει και σε ρώτησα εάν θεωρείς ότι υπάρχει μια αποτελεσματικότητα τελικά, εκτός απ’ το καλλιτεχνικό δημιούργημα.

 

{ΤΚ}: Υπάρχει η Τέχνη για την Τέχνη, που ουσιαστικά προσπαθεί να κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν και υπάρχει η Τέχνη για τον άνθρωπο, για τους ανθρώπους του μόχθου που αγωνίζονται για να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια και δέχονται χτυπήματα από παντού, που θέλει να κάνει τους ανθρώπους να θυμούνται. Αυτός είναι ο διαχωρισμός. Εμείς πιστεύω ότι βρισκόμαστε στη δεύτερη πλευρά.

 

{Α}: Να πούμε δυο λόγια αναλυτικότερα για τους συνεργάτες.. ποιοι άνθρωποι δουλέψανε για να υπάρξει αυτό το αποτέλεσμα;

 

{ΤΚ}: Το ντοκιμαντέρ δε θα μπορούσε να ξεκινήσει εάν δεν υπήρχε ο Γιάννης ο Τσιτσίμης με την όποια εμπειρία του και με την κάμερά του. Και δε θα μπορούσε να τελειώσει εάν δεν υπήρχε ο Μανώλης ο Λαγουδάκης που έκανε υπέρβαση στις δυνάμεις του με φοβερή εργασία για να φτιάξει το μοντάζ, να ρυθμίσει τον ήχο, να βάλει την μουσική και να δεχτεί τις δικές μου τις όποιες ιδιοτροπίες για να τελειοποιήσουμε την τεχνική και την αισθητική. Από ΄κει και πέρα βοήθησε πολύς κόσμος, έχουμε πάρει τραγούδια - μουσικές από παιδιά που’ δώσαν ελεύθερα τα έργα τους. Οι πιο γνωστοί απ’ αυτούς είναι οι Social Waste που έχουμε πάρει και το τραγούδι ‘Του Χρόνη’ – του Χρόνη Μίσσιου εννοώ – και τους ευχαριστούμε όλους που βοηθήσαν στο να υπάρχει αυτό το επιθυμητό αποτέλεσμα.

 

{Α}: Τέλος να πούμε όπως κλείνουμε έτσι πολύ όμορφα, τι έπεται; Καταρχάς φαντάζομαι προβολές της ταινίας – με τις παρούσες συνθήκες φυσικά δε γίνεται άμεσα – γενικά τι έχεις στο μυαλό σου, το ντοκιμαντέρ ήταν μια εμπειρία της στιγμής, ενδεχομένως μια έρευνα στο μέλλον θα σε οδηγήσει πάλι στο να δημιουργήσεις μ’ αυτόν τον τρόπο; Ένα καινούργιο βιβλίο;

 

{ΤΚ}: Ένα καινούργιο βιβλίο με το κομμάτι αυτής της ιστορίας όχι’ για μένα θεωρώ ότι έχω κλείσει τον κύκλο μου για ιστορικές έρευνες της κατοχής και του εμφυλίου. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που να με εξιτάρει, μ’ έχει κουράσει θα το ‘λεγα κι αυτό ως ένα βαθμό, γιατί ακριβώς την μισή μου ζωή – απ’ τα 23 μου εώς τα 46 που είμαι τώρα – έχω ασχοληθεί με αυτό το κομμάτι της Ιστορίας. Από ‘κει και πέρα αυτό που ‘χω να πω είναι ότι είχε γίνει μια προβολή 19 του Ιούνη στον θερινό Κινηματογράφο ‘Ελληνίς’ στην Λεωφόρου Στρατού - είχε επιτυχία η πρώτη προβολή - προσπαθήσαμε να κάνουμε κάποιες άλλες προβολές σε χειμερινούς – μας πρόλαβε ο κορωνοϊός  και η καραντίνα – ευελπιστούμε με το καλό όποτε θ’ ανοίξει η ζωή να κάνουμε κα’ να δυο προβολές στη Θεσσαλονίκη, να κατέβουμε Αθήνα να κάνουμε κάποιες προβολές στο ‘Mikrokosmos’ και μετά σε χώρους, σε Λέσχες Κινηματογράφου σε στέκια κινηματικά-πολιτικά - προφανώς εκεί δωρεάν - για να φτάσουμε στο τέλος που θα το αφήσουμε το έργο ελεύθερα στο ‘YouTube’ γιατί θεωρούμε το έργο στο τέλος δεν ανήκει στον δημιουργό ή στον καλλιτέχνη, ανήκει στον κόσμο – κι εκεί είναι η στόχευση η δική μας – που πρέπει να το πάρει και να το αφουγκραστεί.




 


Έπειτα από την ολοκλήρωση της συζήτησης που είχαμε, ο Τάσος ήθελε οπωσδήποτε να συμπληρώσει κάτι τελευταίο που το θεώρησε σημαντικό να προστεθεί όσον αφορά κάποια από τις τελευταίες του δράσεις, το οποίο παραθέτω,,



Τελευταία κάτι που μου γεννήθηκε στο μυαλό – δεδομένων των σημερινών συνθηκών – μπορούν οι άνθρωποι αν υπάρχει μια τεχνογνωσία να δημιουργούνε μικρά vidεάκια και να τα αφήνουν ελεύθερα και να τα παρουσιάζουν με τον τρόπο που θέλουνε. Εμείς εδώ στο συνεργατικό βιβλιοπωλείο Poeta είχαμε σκοπό να κάνουμε ένα αφιέρωμα για τον επαναστάτη σουρεαλιστή ποιητή Paul Éluard, και πάλι μας πρόλαβε ο κορωνοϊός. Παρ’ όλα αυτά είχα ετοιμάσει ένα μικρό vidεάκι γύρω στα 9 λεπτά που θα ήταν κομμάτι της εισαγωγής και είχε να κάνει με την αντίσταση στη Γερμανική κατοχή στο Παρίσι. Σαν τίτλος μου άρεσε κι έβαλα το «Θα έχουμε για πάντα το Παρίσι». Αυτό είναι κάτι καινούργιο που έχω αφήσει ελεύθερα στο ‘YouTube’.. οι Παρτιζάνοι είχανε και κάμερες μαζί και καταγράφανε όσο μπορούσανε τις αντάρτικες ενέργειες. Αυτό μπορώ να πω ότι είναι κάτι καινούργιο που έγινε πριν δυο μήνες περίπου και κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο.

Αυτά… ευχαριστώ !



* η ΣυΝεντευξη δοθηκε στις 5 Δεκ. 2020 & οι Φωτο του Τάσου Κατσαρού - οι οποιες αποτυπωθηκαν στο 'Ποέτα' - ειναι του Υποφαινομενου !


Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2020

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ [IL MIO NOME È NESSUNO, 1973] {κριτικη του Κώστα Τσιναρίδη}

 

Το γουέστερν αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα δυναμικό και αναγνωρίσιμο είδος την εποχή της μεγάλης ακμής του. Συμβόλισε την νοσταλγική επιβίωση του έπους μέσα στη σκληρή καθημερινότητα ενώ οι συμβάσεις του αξιοποιήθηκαν ώστε να δημιουργηθούν και διάφορα άλλα υποείδη, πχ το σπαγγέτι γουέστερν. Βέβαια, κάποτε επήλθε και η αναπόφευκτη παρακμή του και μαζί της η απομυθοποίηση των ηρώων του. Ωστόσο, οι μύθοι αποδεικνύονται πολλές φορές αναγκαίοι και ισχυρότεροι από την πραγματική υπόσταση των ηρώων. Αυτό είναι το κεντρικό νόημα του υπέροχου σατιρικού γουέστερν του Τονίνο Βαλέρι Το όνομα μου είναι Κανένας.






Στα τελευταία χρόνια της Άγριας Δύσης, ο παλαίμαχος πιστολέρο Τζακ Μπόρεγκαρντ (Χένρι Φόντα) προσπαθεί να κατοχυρώσει το μερίδιο που του εξασφάλισε η φήμη του ώστε να αποσυρθεί. Ο Σάλιβαν (Ζαν Μαρτέν), ένας διεφθαρμένος ιδιοκτήτης χρυσωρυχείου που απολαμβάνει τη στήριξη της Άγριας Συμμορίας, έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Μπόρεγκαρντ. Κάπου εδώ εμφανίζεται ο Κανένας (Τέρενς Χιλ), ένας μυστηριώδης νεαρός πιστολέρο και φανατικός θαυμαστής του Μπόρεγκαρντ, που αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να γραφεί ακόμα ένα λαμπρό έπος με τη σύγκρουση των δύο πλευρών. Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίσσονται κατά τα πρότυπα των μύθων.

Όλη η σύλληψη και εκτέλεση της ταινίας (που βασίζεται σε μια ευφυή σεναριακή ιδέα του Σέρτζιο Λεόνε) στέκεται κριτικά πάνω στην εξέλιξη του γουέστερν, από τον προπολεμικό ρομαντισμό μέχρι τον κυνισμό που επέφερε η ματιά του ιταλικού γουέστερν. Η περσόνα του Χένρι Φόντα ανταποκρίνεται τέλεια σε αυτό τον στόχο, μια και αποτέλεσε ένα σταθερό πρότυπο ακεραιότητας μέχρι τη βαθύτατη υπονόμευσή του στο αριστούργημα του Λεόνε Κάποτε στη Δύση (1968). Από την άλλη, η εύθυμη παρουσία του Τέρενς Χιλ, όπως διαμορφώθηκε από τα κωμικά γουέστερν τύπου Τρινιτά, λειτουργεί ως ένα σχόλιο για την αφέλεια του θεατή και την εξαπάτησή του από τα κινηματογραφικά πρότυπα. Ακόμα και το όνομά του (Κανένας) και η εξωτερική του εμφάνιση, που παραπέμπει σε άγγελο (ξανθός, γαλανομάτης, με λευκή καμπαρντίνα), συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Βαλέρι υπήρξε βοηθός του Λεόνε στα δικά του γουέστερν και μετέπειτα σημαντικός σκηνοθέτης του σπαγγέτι γουέστερν. Από την αρχική αργόσυρτη σεκάνς μέχρι την τελική αναμέτρηση του Φόντα με την Άγρια Συμμορία (αναφορά στην επίσης αναθεωρητική ματιά του Σαμ Πέκινπα πάνω στο γουέστερν), δείχνει να έχει αφομοιώσει το στυλ του δασκάλου του. Δε λείπουν και οι αναφορές στον βωβό κινηματογράφο, μέσω των πολλών γκαγκ, σχολιάζοντας τη χαμένη πρωταρχική ουσία του μέσα στο χρόνο. Η δε μουσική επένδυση του Ένιο Μορικόνε, δυναμική και σαρκαστική ταυτόχρονα, είναι από τις σπουδαιότερές του και υπηρετεί την ειρωνική ματιά της ταινίας.

Με αυτή την ταινία κλείνει ουσιαστικά το είδος του γουέστερν με μια απομυθοποιητική αλλά καθόλου μελαγχολική ματιά. Η απομυθοποίηση βοηθάει, τελικά, τον θεατή να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα ώστε να μπορέσει να την αναπτύξει στις νέες συνθήκες. Η σκληρή καθημερινότητα απαιτεί ηρωισμό που δε θ’αργήσει να αναπαρασταθεί και στη μεγάλη οθόνη. Κλείνοντάς μας το μάτι, ο Βαλέρι στο τελικό πλάνο της ταινίας μάς δηλώνει: “φίλες και φίλοι, η περιπέτεια συνεχίζεται!”.

 


* 8-5-2017


,,η Φωτο επιλεχθηκε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !


Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020

Ο ηθοποιός... Frank Sinatra {του Αθανάσιου Αθάνατου}

 

100 +5 χρόνια συμπληρώνονται απ’ τη γέννηση του Frank Sinatra, ενός πολύπλευρου ταλέντου. Ξεκίνησε την πορεία του στη δεκαετία του ’30 με απώτερο σκοπό να γίνει αστέρι του τραγουδιού, κάτι το οποίο το κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο – όχι χωρίς βοήθεια. Γρήγορα όμως εκδήλωσε ενδιαφέρον και για την υποκριτική, προφανώς για να συμπληρώσει την εικόνα του «entertainer» {διασκεδαστή} η οποία θα έκανε καλό στην καριέρα του.





Πρώτη του εμφάνιση στο πανί έγινε το 1935 στην ταινία ‘Major Bowes Amateur Theatre of the Air’, στην οποία εμφανίζεται ως τραγουδιστής με τους  The Hoboken Four, πριν ακολουθήσει solo καριέρα. Τα επόμενα χρόνια θα κάνει αρκετές ανάλογες εμφανίσεις {cameo} ως ερμηνευτής, καθώς επίσης και ως αστέρι της show business.




Τραγουδιστή υποδύεται και στην ταινία η οποία θεωρείται ως πρώτη του – ‘Higher and Higher’ {γυρίστηκε το 1943 και προβλήθηκε την Πρωτοχρονιά του ‘44}. Πρωταγωνιστούν οι Michèle Morgan & Jack Haley.

 




Στην 2η κιόλας ταινία ‘Step Lively’ που προβάλλεται την ίδια χρονιά, πρωταγωνιστεί σε μια διασκευή του θεατρικού ‘Room Service’, το οποίο είναι remake του ομώνυμου {1938} με τους Marx Brothers.






Χαρακτηριστικές Κινηματογραφικές του στιγμές είναι ...



Anchors Aweigh’ {1945} musical με τον Gene Kelly και την Kathryn Grayson’ εξαιρετική χημεία με τον μεγάλο χορευτή, τον οποίο «συναγωνίζεται» στην τέχνη του.

 



Την ίδια χρονιά παίζει και στην μικρού μήκους ‘The House I Live In’, με μήνυμα υπέρ της φυλετικής και θρησκευτικής διαφορετικότητας’ το ομώνυμο τραγούδι έγινε κλασικό και η ταινία έχει χαρακτηριστεί απ’ την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου {Library of Congress} ως πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντική !




On the Town’ {1949} musical με τον Gene Kelly, ο οποίος σκηνοθετεί επίσης με τον Stanley Donen’ διασκευή κι αυτό θεατρικού του Broadway.





‘From Here to Eternity’ {1953} του Fred Zinnemann, με τους Burt Lancaster, Montgomery Clift, Deborah Kerr, Donna Reed, Ernest Borgnine. Βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα η οποία ασκούσε κριτική όσον αφορά στις συνθήκες διαβίωσης που επικρατούσε στα στρατόπεδα.


Το 1952 ο Sinatra βρισκόταν στο ναδίρ της καριέρας του’ είχε διακοπεί το συμβόλαιο του ως τραγουδιστή {MGM} και της τηλεόρασης λόγω χαμηλής θεαματικότητας {CBS} - δεν είχε καν ατζέντη. Η μεγάλη του ευκαιρία να επανέλθει στο προσκήνιο ήταν ο ρόλος του Αμερικανο-Ιταλού στρατιώτη. Πίεσε έντονα τον Harry Cohn – θρυλικό διευθυντή της Columbia – και πρότεινε, παρόλη την εν γένει εγωϊστική συμπεριφορά που τον διακατείχε, τη χαμηλότερη αμοιβή. Έντονη φημολογία δημιουργήθηκε λόγω της σχέσης που διατηρούσε ο Sinatra με την Mafia’ θεωρήθηκε ότι οι πιέσεις που ασκήθηκαν ήταν ανάλογες μ’ αυτές που παρουσίασε ο Mario Puzo στην νουβέλα του ‘The Godfather’ {1969} η οποία μεταφέρθηκε λίγο αργότερα στον κινηματογράφο και τον έκανε έξαλλο τότε, απειλώντας κιόλας τη σωματική του ακεραιότητα. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι πως η Ava Gardner – η τότε γυναίκα του – πίεσε έμμεσα μέσω της γυναίκας του Cohn, ο οποίος με βαριά καρδιά δέχτηκε να γίνει ένα δοκιμαστικό. Ο πρώτος που είχε προταθεί για τον ρόλο ήταν ο Eli Wallach, ο οποίος παραιτήθηκε όμως για να παίξει στο θέατρο. Η ταινία τελικά προτάθηκε για 13 Oscar - κέρδισε τα 8 - ανάμεσα σ’ αυτά και το Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Sinatra, ο οποίος έδειξε για πρώτη φορά τόσο έντονα το υποκριτικό του ταλέντο μέσω της δραματικής του ερμηνείας’ κέρδισε επίσης τη Χρυσή Σφαίρα { Golden Globe}. Η επιτυχία αυτή απογείωσε την καριέρα του όχι μόνο στην μεγάλη οθόνη αλλά κυρίως «έθρεψε» την μετέπειτα πορεία του ως μουσικού ερμηνευτή’ ήταν στην καλύτερη στιγμή του.




‘Suddenly’ {1954}, πολιτικό noir’ είναι απ’ τα λεγόμενα public domain {χωρίς δικαιώματα}. Αποφασισμένοι «σκληροί» τύποι κάνουν κατάληψη σε σπίτι μιας μικρής επαρχιακής πόλης, κρατώντας ομήρους. Σχεδιάζουν να δολοφονήσουν τον Πρόεδρο των U.S.A – εξ αποστάσεως με τουφέκι – όταν το τρένο στο οποίο επιβαίνει θα κάνει στάση στον σταθμό. Ο Sinatra παίζει εξαίσια τον ρόλο του αδικημένου, με απωθημένα, τύπου ο οποίος προφανώς αισθάνεται ότι έχει μεγαλύτερο μερίδιο απ’ τη ζωή. Στην εποχή της μεταπολεμικής ευημερίας, κάνει κατανοητό ότι δεν έχουν όλοι ίσες ευκαιρίες στο Αμερικανικό όνειρο. Η ταινία αποδείχτηκε προφητική, καθώς 6 χρόνια μετά δολοφονήθηκε με τον ίδιο τρόπο ο J.F.Kennedy, πολιτικό τον οποίο υποστήριξε και βοήθησε στην εκλογή του. Μάλιστα υπήρξε η υπόνοια ότι ο δολοφόνος του επηρρεάστηκε απ’ την προβολή της συγκεκριμένης ταινίας.




‘The Man with the Golden Arm’ {1955} του Otto Preminger, με την Eleanor Parker & την Kim Novak’ βασισμένο σε νουβέλα. Μια υπέροχη κοινωνική ταινία του σπουδαίου δημιουργού, που δημιουργεί το κατάλληλο δραματικό κλίμα και η καλύτερη στιγμή του ηθοποιού Sinatra, που ήταν υποψήφιος για  Oscar Α’ Ανδρικού Ρόλου, καθώς για BAFTA και NYFCC





Θίγει για πρώτη φορά το θέμα των ναρκωτικών αλλά και γενικότερα της κοινωνικής εξάρτησης μέσα από ένα πλέγμα χαρακτήρων μιας γειτονιάς. Το σενάριο είχε δωθεί επίσης την ίδια περίοδο στον Marlon Brando, με τον οποίο είχε μια κόντρα διότι του είχε «πάρει» ρόλο σε άλλη ταινία την προηγούμενη χρονιά. Για να μπορέσει να αποδώσει καλύτερα τον χαρακτήρα, πέρασε χρόνο σε κλινικές αποτοξίνωσης και έμαθε να παίζει drum καθώς απαιτούσε ο ρόλος του.

 




‘Guys and Dolls’ {1955} musical του Joseph L. Mankiewicz, με τους Marlon Brando, Jean Simmons. Επανέρχεται σε γνώριμα μονοπάτια με μια καθ' όλα επιτυχημένη ανάλαφρη μουσική ταινία, 2.5 ωρών, που είχε μεγάλη κερδοφορία και πολύ καλές κριτικές. Δυο τζογαδόροι στα τέλη των ‘40s προσπαθούν να «αποπλανήσουν» μια Αδελφή του Ελέους’ παρόλη την τεταμένη σχέση του με τον Brando – που του «πήρε» κι εδώ τον ρόλο – δημιουργούν το απαραίτητο δίδυμο, μιας και ο Gene Kelly δεν ήταν διαθέσιμος λόγω συμβολαίου μ’ άλλη εταιρεία.





‘High Society’ {1956} με τους Bing Crosby, Grace Kelly. Μουσική κωμωδία στην οποία έχει την ευκαιρία να παίξει μαζί με το ίνδαλμά του τον πετυχημένο – και με  Oscar Α’ Ανδρικού Ρόλου – crooner που υπήρξε πρότυπό του στα πρώτα του βήματα, καθώς και στην τελευταία ταινία της μετέπειτα Πριγκήπισσας του Monaco.




Around the World in 80 Days’{1956}’βασισμένη στο βιβλίο του Jules Verne, κάνει μια  εμφάνιση {cameo} ως πιανίστας ενός saloon.





‘Pal Joey’ {1957} με την Rita Hayworth & την Kim Novak. Μια μουσική ταινία βασισμένη στο ομώνυμο έργο του 1940 – με ευτυχέστερο όμως τέλος - ανάμεσα σε δυο υπέροχες κυρίες’ ερμηνεύει, ουσιαστικά, τον εαυτό του ως τραγουδιστή που έχει όνειρο να κάνει ένα δικό του club. Ενδιαφέρον είχε δείξει για το έργο και ο Billy Wilder, προτιμώντας όμως – συμπτωματικά πάλι «μπροστά» του – τον Marlon Brando. Εδώ εμφανίζεται αποκλειστικά ως ο γοητευτικός star & ο απόλυτος entertainer, κερδίζοντας τη Χρυσή Σφαίρα {Golden Globe}.








‘Can-Can’ {1960} musical με τους Shirley MacLaine, Maurice Chevalier και Louis Jourdan. Η πρώτη του ταινία στην οποία πληρώθηκε επιπλέον με ποσοστά επί των κερδών. Λεπτομέρεια, η επίσκεψη στα γυρίσματα του Σοβιετικού Ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ { Никита Хрущёв}, που χαρακτήρισε την ταινία διεφθαρμένη και πορνογραφική.





‘Ocean's 11’ {1960} του Lewis Milestone, με τους Dean Martin, Peter Lawford, Sammy Davis Jr., Joey Bishop, Angie Dickinson, Akim Tamiroff, Richard Conte. Η ταινία άφησε εποχή, λόγω της πληθώρας των συμμετεχόντων, της λάμψης αλλά κυρίως λόγω της γενικότερης ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο μεταίχμιο των δυο δεκαετιών. Η υπόθεση είναι η ταυτόχρονη ληστεία των casino του Las Vegas από μια ομάδα παλιών συμπολεμιστών. Έχουμε την εμφάνιση των περισσότερων της περίφημης Rat Pack – για την ακρίβεια της 2ης ομάδας, μιας και η πρώτη είχε σχηματιστεί νωρίτερα με Αρχηγό τον Humphrey Bogart’ ένα cameo κάνει και η «mascot» της παρέας Shirley MacLaine. Το 2001 έγινε το remake της ταινίας με μεγάλη επιτυχία και απέκτησε συνέχειες.




‘The Manchurian Candidate’ {1962} πολιτικό θρίλερ του John Frankenheimerμε τους Laurence HarveyJanet LeighAngela LansburyΨυχροπολεμική ταινία η οποία βγήκε στις αίθουσες στην καρδιά της Κρίσης της Κούβας τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς. Θεωρείται ως μια απ’ τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών και πολιτιστική κληρονομιά για τους Αμερικανούς. Το 2004 γυρίστηκε το remake στο οποίο συμπαραγωγός ήταν η κόρη του Tina. 









None but the Brave’ {1965}, η μοναδική που σκηνοθέτησε ο ίδιος !

Εμπνευσμένος ο τίτλος από ποίημα του John Dryden, κάνει επίσης την παραγωγή - απ’ τις 9 συνολικά στην καριέρα του - με την Artanis {το επίθετό του διαβάζοντας το ανάποδα} στην 1η Αμερικανο-Ιαπωνική συνεργασία, καθώς επίσης για πρώτη φορά προτείνεται να μιλήσουν οι Ιάπωνες ηθοποιοί την μητρική τους γλώσσα, αντίθετα με την ως τότε πρακτική των studio που επέβαλλαν αποκλειστικά την Αγγλική. Η ομώνυμη ταινία του 1928 – η οποία σήμερα θεωρείται «χαμένη» - προφανώς επηρρέασε αυτήν την καθαρά αντιπολεμική ταινία, στην οποία παίζει και ο ξάδελφος του Richard. Λεπτομέρεια απ’ τα γυρίσματα αποτελεί το παραλίγο θανατηφόρο ατύχημα που είχε στις ακτές της Hawaii, όπου τον έσωσε ο συμπρωταγωνιστής του Brad Dexter από βέβαιο πνιγμό.


   


 

The Detective’ {1968}, νεο Noir του Gordon Douglas βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του 1966’ συμπρωταγωνιστούν οι Lee Remick, Jacqueline Bisset, Robert Duvall. Το 1979 ο συγγραφέας Roderick Thorp έγραψε τη συνέχεια με την ονομασία «Nothing Lasts Forever» και το 1988 προτάθηκε για την κινηματογραφική του μεταφορά με κάποιες αλλαγές στα ονόματα και στην ιστορία. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος προτάθηκε πάλι στον Sinatra, ο οποίος όμως τον απέρριψε προφανώς λόγω ηλικίας - είχε περάσει τα 70’ τελικά η ταινία, έπειτα από διαδοχικές απορρίψεις και άλλων, βγήκε ως Die Hard με τον Bruce Willis, ο οποίος συμπτωματικά είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο στην τελευταία ταινία που ήταν πρωταγωνιστής και παραγωγός ο  SinatraThe First Deadly Sin’ {1980} !







Lady in Cement’ {1968}’ νεο Noir του Gordon Douglas, με τους Raquel Welch, Richard Contesequel του Tony Rome’ {1967} στο οποίο πρωταγωνιστούσε πάλι ο ίδιος.






Συνολικά έχει παίξει 5 φορές τον εαυτό του και έχει κάνει 5 cameo, χώρια τα «περάσματά» του στα πρώτα χρόνια ως τραγουδιστής’ τελευταία του εμφάνιση στο ‘Cannonball Run II’ {1984} & στο ‘Who Framed Roger Rabbit’ {1988} ακούγεται η φωνή του στο ‘Witchcraft’ του 1957 μέσω του Σπαθιού, ενός κινούμενου σχεδίου. Έχει αναφερθεί ως χαρακτήρας σε 4 ταινίες.. ‘The Rat Pack’ {1998}, ‘Stealing Sinatra’ {2003}, ‘The Night We Called It a Day’ {2003}, ‘My Way’ {2012}. Υπάρχει και μια παραγωγή που ετοιμάζεται απ’ τον Martin Scorsese !

{σημ. 2020 – τελικά η Οικογένεια του Sinatra δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της φοβούμενη πως η ταινία θα μπορούσε να γίνει περισσότερο «αποκαλυπτική» από όσο θα ήθελαν, με αποτέλεσμα το 2017 να εγκαταλειφθεί αυτό το σχέδιο}

 

Ο Frank Sinatra μπορεί να έμεινε, δικαίως, ως η «Φωνή» και η καριέρα του ως τραγουδιστή σίγουρα επισκιάζει αυτή του ηθοποιού. Παρόλα αυτά άφησε το στίγμα του στην υποκριτική τέχνη και το χώρο του θεάματος με την καταλυτική του παρουσία.






* το κειμενο γραφτηκε  & πρωτοδημοσιευτηκε,
 επ' ευκαιρια της συμπληρωσης των "100" χρονων απο τη γεννηση του !



" May you live to be 100
 and may the last voice you hear be mine " 
[Frank Sinatra]



















 





«Είμαι όρθιος» [αφιερωμενο στον Γιώργο Σαρρή] {του Αθανάσιου Αθάνατου}

  Σ' αυτό το ταξίδι, δεν είμαι μοναχός ποτίζω σαν βροχή το κρύο χώμα, του κάθε πάθους σας, θα γίνω συνοδός θα βάλω στο μαυρόασπρο, το χρ...