Και να ’μαστε
τώρα εδώ Δευτέρα πρωί να βιώνουμε άδεια, μετ' αποδοχών ακόμη... Θα μου
πεις εσύ τώρα, καλό ερώτημα, - Έτσι την περνάς εσύ την άδεια;
«-
Γράφετε;
- Γράφω όταν υπάρχω πολύ.»
Νίκος Καρούζος.
Παρήλθε λοιπόν και η Κυριακή, και το απομεσήμερο και τ' απόβραδο, άδειο γήπεδο, και το βότσαλο στη λίμνη δεν έπεσε... και σερνάμενη εμφανίζεται στο προσκείμενο μια Δευτέρα ίδια κι απαράλλακτη σαν όλες τις Δευτέρες του κόσμου και θωρείς από τον φεγγίτη το αγκαθωτό συρματόπλεγμά της απέναντι μάντρας. Που να ' ναι ο ίσκιος σου θεέ, που να βρω γυναίκα να σου μοιάζει και ιδρωμένα εσώρουχα σε ένα καλοκαίρι που πάει να σκάσει μύτη και δειλιάζει. Να έχεις φάει στη μάπα όλη τη μετάλλαξη των καιρών και κρυφό σεργιάνι τα βράδια στην αίσθηση και στην παραίσθηση να σε γεμίζει ελπίδα, μέχρι που ν' αρχίσει να σκάει μύτη φως μέρας για να συρθούμε ξανά στον κάματο άλλης μιας πληγωμένης βδομάδας.
Πως την αντέχουμε τόση μετάλλαξη
πια... Να φανταστείς ότι άκουγα παπαγάλους να γαυγίζουν, τους είχε η τηλεόραση,
άκουγα σκυλάκια να νιαουρίζουν με χαμένη όσφρηση, τα συναντώ κάθε μέρα στο
δρόμο και οι γάτοι μηρυκάζουν,
ευνουχισμένοι αραχτοί πάνω στο χαλί ή στον καναπέ, το ίδιο είναι. Άσε που είδα
μαϊμούδες να χλιμιντρίζουν κι αυτές στο δρόμο κυκλοφορούν και έχουν γίνει και
πολλές.
Τις προάλλες ένα πουλί έπεσε από τα κεραμίδια, βιάζονταν: ήθελε να πετάξει
πρόωρα; ή μήπως νοιαζόταν να απολαύσει την κάθε στιγμή του πετάγματος; Ας ήταν
ότι ήθελε, το μάζεψα και το κράτησα λίγες μέρες σε ένα κλουβί. Το έκανα για να
μεγαλώσει λίγο ακόμη άραγε; ή μήπως ήθελα να βιώσει και αυτό λίγη από τη φυλακή
μου; Απορίας άξιον.
Να νοιώθω διχοτομημένος, διχασμένος, διαστρεβλωμένος και διαβολεμένος συνάμα,
που πάει και χώνει ο διάολος την ουρά του, άλλο μυστήριο... Να θέλω να πετάξω
μισή ύπαρξη στο σκουπιδαριό της καταναλωτικής μου ευμάρειας, και το άλλο μου
μισό να το αφήσω να κυκλοφορεί στο απυρόβλητο της φαντασίας, στο παραπέρα των
αισθήσεων. Η ζωή τραβάει την ανηφόρα κι εσύ ρακένδυτος από ύπαρξη να προσδοκάς
μιαν άλλη ζωή "αποχαυνωμένο καφεταριάτο" κι εγώ να σου φωνάζω από το
άλλο σου το αυτί: "ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΧΑΥΝΩΜΕΝΟ ΚΑΦΕΤΑΡΙΑΤΟΟΟΟ!!!". Μα
είναι η μάνα σου κουφή πινακωτή- πινακωτή και δεν ακούς, δεν ακούω, δεν γροικώ
πράμα.
Μέσα στη μανιοκατάθλιψη μου
στερούν και το shop therapy και άντε να βρω άκρη στον ανεμοστρόβιλο του μέσα
μου και το προς τα έξω μου είναι αυτό που μου φταίει τα μάλα, εκεί το εξ ορισμού
λάθος υπαρξιακό... " το προς τα έξω μου"... Το μέσα μου καλά κρατεί
και αντιστέκεται κλειδαμπαρωμένη ύπαρξη σεντούκι που σεργιανούν τα ποντίκια. Ας
είναι, της μοίρας μου γραφτό να υποβόσκω στο πάθος των χαμένων αναμνήσεων, κάθε
στιγμή δικιά μου δικιά σου στο αντάμωμα, κάπου εκεί στο βάθος ξεχασμένες
αλήθειες παραμονεύουν. Στο προσδόκιμο ζωής το απροσδόκητο των ερώτων, ιδού η
αντίθεσις κυρίες και κύριοι... Μαζεύω ύπαρξη πρωινό Δευτέρας, ως μόσχος
σιτευτός συλλέγει ήλιο και ξαμολώ ελπίδες στο παραπέρα της γραμμής των
οριζόντων. Στους οικοδόμους της νέας εποχής οι ευχές μου: τα σπίτια που θα
χτίζουν να είναι αντισεισμικά, με βάσεις και θεμέλια γερά για να αντέχουν
αντεπανάσταση, πάλι ελπίδες;
Ο κατακερματισμός των χρωμάτων, η διαπόμπευση των αντιφάσεων, η ασυμμετρία των
αισθήσεων και πάει λέγοντας στο ριζικό της αναμόχλευσης των παθών. Ποια θλίψη
σε βαραίνει καρδιά παραπονιάρα κι απαρηγόρητη; πες μου το εμένα, μίλα καημέ και
ντέρτι μίλα... Με φως χαράζω τα σημάδια μου και η υφή των πραγμάτων στην αφή. Η
ουσία αντιμάχεται εξουσία, αναίτιο ντέρτι μου μίλα επιτέλους, εγώ εκ προοιμίου
θα σε βολτάρω κάπου εκεί στη φεγγαρολουσιά των απαγορευμένων καρπών. Στον
μάταιο τούτο κόσμο χαράζω φλέβες και κοκκινίζω τα δάση τα καμένα (μόνο δάση
κάψαμε; για τα καμένα κύτταρα ουδείς λόγος). «Μικρός λαχειοπώλης τ' ουρανού»1,
αγναντεύω θάλασσα κάθε δειλινό και τα αφρόψαρα σεληνιάζονται κάθε που φεγγάρι ολόγιομο...
Ξεπουλημένη Δευτέρα, πουτάνα στο
καλντερίμι σαν τη ζωή που θέλεις να την δεις ερωτικά μα αυτή κοιτάζει τα εν τη
παλάμη, που θες να αγοράσεις αίσθημα... Ας είναι λοιπόν, πουτάνα Δευτέρα,
πουτάνα ζωή, πουτάνα επανάσταση, εγώ, πάντα θα σας αγαπώ, γιατί εκτός του ότι
είστε γένους θηλυκού όλες και σας την πέφτω χρόνια, αλλά ανένδοτες στη φύση
σας, εσείς μου ξεσκίζετε την ύπαρξη με τα καμώματά σας....
Που είστε φιλαράκια; Δουλεύτε, εγώ θα σκέφτομαι μεγαλοφώνως μπας και συγκινηθεί
και το αναίτιο ντέρτι μου να λογικευθεί ύπαρξη, θα σκέφτομαι μεγαλοφώνως πάντα
γιατί έτσι μου αρέσει....
Σε όλες τις Δευτέρες της ζωής μου
Σε όλους εσάς τους Ανθρώπους της δουλειάς
Στην ευγενική και τρυφερή ύπαρξη που χρωματίζει τα τελευταία βράδια μου
Στον κόσμο που αποτινάζει σιγά - σιγά από πάνω του σκόνη αιώνων και σκουριά.
Στις Δευτέρες των παιδιών των σχολείων.....
* οι Φωτο, ειναι του γραφοντος !


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου