Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Σωτος Ζαχαριαδης: «Η πηγή έμπνευσής μου είναι ο κόσμος που ζω με την ευρύτερη έννοια.. ιδεολογικά, συναισθηματικά, οπτικά» {ΣυΝεντευξη στον Αθανάσιο Αθάνατο}

ο Αθανάσιος Αθάνατος συνομιλει ... 
με τον εικαστικο Σώτο Ζαχαριάδη



Τον προσωπικό χώρο του Σώτου τον συνδύαζα πάντα με την ζωντάνια, τους ετερόκλητους φίλους, τα καλλιτεχνικά πηγαδάκια’ Ρεμπέτικα και κρασί ρεφενέ. Το απόγευμα που βρεθήκαμε κυριαρχούσε γαλήνη και κάπως έτσι φανταζόμουνα πως δούλευε και ο ίδιος όταν αφοσιωνόταν στην Τέχνη του. Μ’ ένα χαρτί με πρόχειρες σημειώσεις  μου – κυρίως με λέξεις κλειδιά – και τα καφεδάκια που έψησε και για τους δυο μας, ξεκίνησε αυτή η κουβεντούλα μαζί του με θέα το Μπεζεστένι και τα πολύχρωμα λουλούδια στο μπαλκόνι του !



Αθανασιος Αθανατος: Χαίρε Σώτο

Σωτος Ζαχαριαδης: Χαίρε.. χαίρε Αθάνατε !

{Α}: Καλώς σε βρίσκω λοιπόν στο εργαστήρι, gallery και atelier ταυτόχρονα.. έτσι δεν είναι;

{Σ}: Είναι atelier και χώρος παρουσίασης κυρίως δικών μου έργων, δεν είναι gallery που παρουσιάζει έργα άλλων καλλιτεχνών. Και μια που ανέφερες αυτό το θέμα, είχα την τύχη ή τέλος πάντων την περιέργεια να ξεκινήσω μια gallery το 1989 που διήρκεσε μέχρι το 1994 στην Μητροπόλεως στο νούμερο 74, δηλαδή στη Διαγώνιο, μια gallery που φιλοξενούσε κι άλλους καλλιτέχνες.. λεγόταν Art Gallery Sotos. Αυτή φιλοξενούσε καλλιτέχνες κι από την Ελλάδα, αλλά και από το εξωτερικό ας το πούμε ευρύτερα.

{Α}: Εσύ θέλεις να θεωρείσαι – να το πω έτσι – Έλληνας καλλιτέχνης, με την έννοια της Ελληνικότητας βαθύτερα μέσα σου ή νομίζεις ότι είσαι περισσότερο παγκόσμιος; Απευθύνεσαι σ’ ένα τέτοιο κοινό ή εσύ πως αισθάνεσαι, όταν δημιουργείς;

{Σ}: Είχα γράψει και παλαιότερα ένα κείμενο για την Τέχνη και σ’ αυτό το κείμενο υπάρχει αυτό το μικρό λήμμα’ εγώ πιστεύω ότι η Τέχνη είναι ένα τοπικό φαινόμενο, δηλαδή ξεκινάει από ένα τόπο, από ορισμένους ανθρώπους και κατόπιν στο μέλλον εάν δοκιμαστεί στην ιστορία μπορεί να γίνει ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Είναι βέβαια ένα τοπικό φαινόμενο, αναφέρεται όμως σ’ ένα παγκόσμιο κοινό. Επομένως θεωρώ τον εαυτό μου σαν έναν τοπικό καλλιτέχνη, ένα καλλιτέχνη ο οποίος έζησε τη ζωή του και μεγάλωσε σ’ αυτόν το τόπο.

{Α}: Επίτηδες είπα πριν την λέξη εργαστήρι, γιατί αισθάνομαι πως είναι ένας τόπος δημιουργίας απ’ την μια γιατί δεν είσαι μόνο ζωγράφος, ασχολείσαι και με την χαρακτική και έχεις και άλλες ανησυχίες, οπότε δουλεύεις με τα χέρια σου και το πνεύμα σου ταυτόχρονα, αλλά επίσης ο χώρος εδώ είναι ένας χώρος συνάντησης φίλων, διάφορων καλλιτεχνών, γίνονται διάφορα party, γίνονται happenings, το λέω επίτηδες με την ξενική ορολογία, events και το πάω σε μια άλλη ξένη λέξη.. performance, γιατί έχεις παρουσιαστεί και ως perfomer’ έχεις κάνει ένα διαδραστικό παλαιοτέρα, τις «Ηχοδράσεις» και θέλω να μου πεις δυο λόγια γι’ αυτό.

{Σ}: Λοιπόν.. ας πούμε για τις «Ηχοδράσεις», πρώτα απ΄όλα δε διοργάνωσα εγώ τις Ηχοδράσεις, εγώ μετείχα στη γενικότερη διοργάνωση των «Ηχοδράσεων» την οποία την διοργάνωσε ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο περίφημος θεωρητικός της avant garde της Θεσσαλονίκης. Διοργανώθηκαν οι «Ηχοδράσεις» αν δεν κάνω λάθος το 1989 στο χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και ήταν μια πολύ σπουδαία διοργάνωση γιατί αφενός μετείχαν διάφορα μουσικά σχήματα πειραματικά της μουσικής, δηλαδή δεν ήταν ένα Φεστιβάλ Jazz, ήταν μια συνάντηση ομάδων μουσικής αλλά μία από τις ομάδες δεν ήταν της μουσικής, δηλαδή εγώ μετείχα σαν ζωγράφος και όχι ακριβώς σαν ζωγράφος. Πρώτα απ’ όλα ο τίτλος της συμμετοχής ήταν «Επτά Πύργοι κάτω απ’ τον Ήλιο». Φυσικά η παραπομπή ήταν στο Επταπύργιο, του οποίου ήμουνα και δάσκαλος ζωγραφικής εκείνα τα χρόνια. Στις «Ηχοδράσεις» εγώ σαν ηχητικό όργανο έπαιζα δισκοπρίονο, όπου έκοβα διάφορα αντικείμενα δημιουργώντας ένα τοίχο ανάμεσα στο κοινό και στην Τέχνη’ έναν τοίχο ο οποίος γκρεμίστηκε στο τέλος και ζωγραφίζοντας αλλά και κόβοντας μια ανθρώπινη μορφή παρουσιάζονταν μία σειρά από κάγκελα τα οποία παρέπεμπαν φυσικά στο Επταπύργιο.

{Α}: Έχεις κάνει δεκάδες εκθέσεις προσωπικές, έχεις συμμετάσχει κιόλας σε ομαδικές.. σύμφωνα με το βιογραφικό σου ξεκίνησες το 1984 με την πρώτη σου έκθεση’ μια ολόκληρη γενιά έχει περάσει ουσιαστικά.

{Σ}: Η πρώτη μου ατομική έκθεση - και την αναφέρω στο βιογραφικό μου σαν πρώτη σημαντική - ήταν σε μία απ’ τις μεγαλύτερες gallery εκείνη την εποχή που ήταν ο Κοχλίας του Κωνσταντίνου Λαχά και η Πανσέληνος του Θανάση Μπακογιώργου. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν εκθέσεις πιο πριν  και μάλιστα εφόσον ήμουν avant garde ζωγράφος, δηλαδή ζωγράφος που ζωγράφιζα έξω αρκετά, που με βοήθησε αργότερα και στις performance. Η πρώτη μου ατομική έκθεση που δεν αναφέρεται στο βιογραφικό …

{Α}: Ευκαιρία να το αναφέρουμε..

{Σ}: … ήταν στο μπαρ Σελήνη’ δες τι γίνεται.. η πρώτη έκθεση στη Σελήνη, η δεύτερη έκθεση στη Πανσέληνο. Το 1979 είχε ξεκινήσει η Σελήνη σαν ένα καινούργιου τύπου μπαρ, εκτός απ’ το Λούκυ Λουκ, τον Δον Κιχώτη και τα υπόλοιπα τα λίγα που υπήρχαν, το Berlin και το Φλου. Στη Σελήνη εκεί εγώ ζωγράφιζα επιτόπου, δηλαδή πίνακες μέσα στο χώρο και η πρώτη έκθεση περιλάμβανε μια σειρά με υδατογραφίες οι οποίες έδειχναν τους θαμώνες και τον χώρο.

{Α}: Πως φτάσαμε ως εκεί; Εγώ ήθελα λίγο την προ-Ιστορία.

{Σ}: Αυτό είναι στην προ-Ιστορία.

{Α}: Ναι..ήσουν πολύ νέος τότε, ίσα-ίσα ενήλικος, θέλω να ξέρω δηλαδή πως κατάλαβες τον εαυτό σου ως καλλιτέχνη, δεν ξέρω αν τον έχεις δει ακόμα ως καλλιτέχνη’ τουλάχιστον πως είδες ότι έχεις μια ευαισθησία και ένα ταλέντο ενδεχομένως πάνω σ’ αυτό;

{Σ}: Πολλά παιδιά ζωγραφίζουν και πολλά παιδιά ζωγράφιζαν. Ένα απ’ αυτά τα παιδιά ήμουν κι εγώ’ είχα κάποιο ταλέντο, ας μην ξεχνάμε πως η Θεσσαλονίκη δεν είχε καμιά Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ο χώρος της ζωγραφικής δεν ήταν εν ζωή. Εκείνη την εποχή υπήρχαν περίπου 1500 εργαστήρια, αυτά που λέμε μικρά μαγαζάκια δεξιά και αριστερά τα οποία ήτανε από αγιογράφους, παραστατική Τέχνη κυρίως, αλλά και άλλους καλλιτέχνες.

{Α}: Αυτά τα εργαστήρια ήταν κυρίως στο κέντρο;

{Σ}: Στο κέντρο, αλλά και η ανατολική Θεσσαλονίκη είχε αρκετά τέτοιου τύπου εργαστήρια, λίγα η Τούμπα αλλά και η περιοχή μέχρι την Μαρτίου και μερικά υπήρχαν σποραδικά κυρίως στη Νεάπολη. Οι δυτικές συνοικίες δεν είχαν τόσο κόσμο όσο έχουν σήμερα, Αμπελόκηποι, Ηλιούπολη και όλη αυτή η περιοχή.

{Α}: Η εποχή που αναφέρουμε είναι τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης περίπου;

{Σ}: Περίπου ναι, οι πληροφορίες οι δικές μου είναι και από πιο πριν αλλά οι γνώσεις μου είναι για εκείνη την εποχή. Εγώ το 1977 ξεκίνησα Μηχανολόγος Μηχανικός στα τότε ΚΑΤΕΕ στο Ηράκλειο Κρήτης οπότε έφυγα από τη Θεσσαλονίκη στο οποίο κάθισα μία σεζόν φοιτητική, όπου έζησα την πρώτη μου εκτός οικογένειας περίοδο..και ανήσυχη περίοδο, όπου ξαφνικά η ζωγραφική άρχισε να κυριαρχεί – έγραφα ταυτόχρονα – και πάνω σ’ εκείνη την εποχή ξεκαθάρισε ο φάκελος της επαγγελματικής σχέσης μου με τη ζωγραφική. Το 1978 επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη και πλέον άρχισα να πουλάω έργα ζωγραφικής – και πιο πριν βέβαια μ’ έναν φίλο μου – μόνος μου πλέον στο δρόμο και στα ταξίδια που ξεκίνησα στην Ευρώπη. Επομένως άρχισε η ζωγραφική να είναι η καθημερινότητα μου.

{Α}: Το πολιτικοποιημένο κλίμα της εποχής σε επηρέασε, γενικότερα ή ειδικότερα στην Τέχνη σου;

{Σ}: Όπως θα περίμενε κανείς όλοι οι νέοι και ιδιαίτερα οι ανήσυχοι νέοι, για να εγκαταλείψεις τότε φοιτητής και να ασχοληθείς με τις Τέχνες και τα Γράμματα, οπωσδήποτε αυτό σήμαινε από την αρχή κάτι Αριστερό’ δεν σήμαινε σίγουρα κάτι Δεξί και φυσικά δε σήμαινε κάτι που ήτανε βυθισμένο στην μετα-Χουντική εκείνη περίοδο η οποία Χούντα τελείωσε μεν το 1974, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί στον ιστό της κοινωνίας και τα επόμενα χρόνια. Επομένως ήταν μια μεταβατική περίοδος και μουσικά.. το νέο κύμα είχε φύγει, στην λαϊκή μουσική κατά κάποιον τρόπο είχε τελειώσει το απόγειο της, το ρεμπέτικο δεν υπήρχε στην αγορά της μουσικής την καθημερινή στην πόλη της Θεσσαλονίκης’ και φυσικά και η ζωγραφική περνούσε και εκείνη μία κρίσιμη καμπή αλλά και μία οικονομική ακμή ακόμη στα τέλη της δεκαετίας του ΄70.

{Α}: Συγκεκριμένοι άνθρωποι που σε επηρέασαν; Γιατί είπες δεν υπήρχε ακριβώς Σχολή αλλά σίγουρα υπήρχανε οντότητες καλλιτεχνικές που σίγουρα παίξαν τον ρόλο τους.

{Σ}: Μετά από έναν κύκλο ζωγραφικής δηλαδή μέχρι τα τέλη του 1979, δηλαδή για μια περίπου διετία-τριετία, και τα ταξίδια όπως είπαμε στην Ευρώπη και μια ζωγραφική που έκανε τις διακυμάνσεις της και σε κάποιες ακρότητες, ένιωσα την ανάγκη να γνωρίσω στη ζωγραφική πράγματα τα οποία δεν μπορούσα να μάθω μόνος μου. Και έτσι αναζητούσα ζωγράφους μες στην πόλη. Σε αρκετούς ζωγράφους χτύπησα την πόρτα κοιτάζοντας τα έργα τους και σκεπτόμενος τι κάνει ο καθένας επισκεπτόμενος τα εργαστήριά τους. Δύο απ’ αυτούς με σημαδέψανε και σε δύο απ’ αυτούς βρέθηκα κοντά για αρκετά χρόνια’ οι δύο αυτοί ήταν συμμαθητές μεταξύ τους.. ήταν ο Λουκάς ο Βενετούλιας  - Θεσσαλονικιός - και ο Κώστας ο Λούστας Φλωρινιώτης αλλά κάτοικος και μπορεί να πει κανείς Θεσσαλονικιός καλλιτέχνης. Δύο χαρακτήρες αντιδιαμετρικά διαφορετικοί μεταξύ τους’ ο Κώστας ο Λούστας ήταν ένας άνθρωπος μποέμ, υπερβολικός, που έβριζε, ένας αυθεντικός καλλιτέχνης με τα μαλλιά του και τα γένια του, ένας καλλιτέχνης που έπινε. Ενώ ο Λουκάς ο Βενετούλιας αντίθετα ήταν ένας άνθρωπος ήσυχος, σοβαρός, απομονωμένος’ επίσης ένας άνθρωπος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, έπαιρνε φάρμακα εκείνη την εποχή, αλλά ένας άνθρωπος καθαρός, τίμιος και γνωστός στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Μην ξεχνάμε ότι ακριβώς στις αρχές της δεκαετίας του ’80 που ξεκίνησε η Σχολή Καλών Τεχνών, προτάθηκε για καθηγητής. Αυτοί οι δύο επομένως μπορώ να πω με σημάδεψαν.

{Α}: Η αλήθεια είναι ερχόμενος εδώ σκεφτόμουνα τον Κώστα τον Λούστα, γιατί νομίζω πως έχεις επηρεαστεί περισσότερο και στον τρόπο ζωής σου απ’ αυτόν χωρίς να ξέρω πολλές λεπτομέρειες, αυτή είναι η αίσθηση που μου δίνεται’ ο Λούστας απ’ ότι ξέρω ήταν μαθητής του Μόραλη.. εσύ έχεις κάποια εμβληματική προσωπικότητα που δεν την έχεις γνωρίσει μεν αλλά σε έχει επηρεάσει πάρα πολύ; Στην τεχνοτροπία σου ας πούμε;

{Σ}: Ας πούμε με τον Κώστα τον Λούστα ταιριάζαμε, αν τολμώ να πω αυτό το πράγμα, ταιριάζαμε με την έννοια πως κι εγώ ήμουν μποέμ πριν τον γνωρίσω και ίσως ας πούμε η επιθυμία μου να είμαι κοντά του μαθητευόμενος είναι ίσως ότι βρήκα στοιχεία που μοιάζανε μ’ εμένα γι’ αυτό ζήτησα αυτό. Όσον αφορά τον Μόραλη που ανέφερες είχα την τύχη, συστημένος πλέον από τους ζωγράφους αυτούς που ήταν μαθητές του και οι δύο, να κατέβω στην Αθήνα το 1983 οπότε να δείξω έργα μου και να γνωρίσω προσωπικά άλλους συμμαθητές του Λούστα όπως ήταν ο Μυταράς, ο Φασιανός, όπως ήταν απ’ την ίδια πόλη Φλωρινιώτης ο Καλαμάρας ο γλύπτης, ο Τέτσης και φυσικά να γνωρίσουμε τον Μόραλη. Για μένα εκείνο το διάστημα που έμεινα στην Αθήνα ήταν πάρα πολύ σημαντικό, γνώρισα και τη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία επέλεξα να μην ακολουθήσω ίσως γιατί ήμουν ανήσυχος από τη φύση μου’ δεν κάθισα στη Σχολή, ούτε έδωσα εξετάσεις, σηκώθηκα έφυγα γύρισα στην πόλη μου και οι βλέψεις μου ήταν καθαρά στο χώρο της ζωγραφικής μου.

{Α}: Η λέξη αυτοδίδακτος δηλαδή σου ταιριάζει όντως; Θα λέγαμε κάτι τέτοιο;

{Σ}: Ναι…

{Α}: Δεν ξέρω αν είναι δόκιμο, διότι όσοι έχουν ένα ταλέντο δε χρειάζεται απαραίτητα να πάνε να σφραγίσουν το ταλέντο τους αυτό σε μια σχολή.

{Σ}: Πάντως εάν κάποιος νέος θα ήθελε τη γνώμη μου χρειάζεσαι τη βοήθεια από κάποιους ανθρώπους, αυτό είναι αλήθεια. Εάν χρειάζεσαι τη Σχολή ή όχι.. ας μην ξεχνάμε οι περισσότεροι μεγάλοι ζωγράφοι του 20ου αιώνα, δεν ήταν απόφοιτοι σχολής. Αλλά δε σημαίνει ότι δεν είχαν δασκάλους στη διάρκεια της νεανικής τους καριέρας’ δηλαδή από κάποιους ανθρώπους να εμπνευστούν, να πάρουν το πρώτο σκούντημα στο χώρο της Τέχνης.

{Α}: Τόση ώρα που μιλάμε για τη ζωγραφική μου αναφέρεις κι άλλα πράγματα, βλέπω πως την Τέχνη δεν τη χωρίζεις, την έχεις ενιαία στο μυαλό σου. Μιλάμε για ζωγραφική και μου αναφέρεις πάλι την μουσική. Μπορεί να μιλήσουμε για μουσική και θα μου αναφέρεις τη γραφή γενικότερα, γιατί έχεις και λογοτεχνικές ανησυχίες. Αλλά η σύνθεση όλων αυτών σε αποσπά κάποιες φορές, σε κάνει καλύτερο στη δημιουργία σου; Να το κάνω πιο λιανά.. όταν ζωγραφίζεις αφήνεις στην άκρη τις άλλες ασχολίες σου για να συγκεντρωθείς σ’ αυτό που κάνεις ή τα ‘χεις όλα μέσα σου σφαιρικά;

{Σ}: Αφού έκανα αναφορά σ’ έναν νεότερο, θα σύστηνα να ξέρει ότι είναι, δηλαδή θα πρέπει κάποια στιγμή ν’ αποφασίσει ότι είναι ζωγράφος’ μπορεί να γράφει τόμους και να πάρει βραβεία στην ποίηση ή σε ο,τιδήποτε άλλο, αλλά να ξέρει ότι είναι ζωγράφος. Εγώ κάνω και κατασκευές και γλυπτά, αλλά ο κεντρικός μου δρόμος είναι η ζωγραφική. Παίζω μουσική αλλά δεν είμαι μουσικοσυνθέτης εγώ, ακόμα και αν στο μέλλον μπορεί να γράψω τραγούδια ή μουσικές. Επομένως η απάντησή μου είναι, όταν ζωγραφίζω… ζωγραφίζω !

{Α}: Έχεις ασχοληθεί και με τη σκηνογραφία στο θέατρο ελάχιστα..

{Σ}: Ελάχιστα..ναι.

}: Το έκανες από μεράκι ή και για οικονομικούς λόγους;

{Σ}: Από περιέργεια … ακόμα και τα σκηνικά που έκανα τότε ήταν σαν μεγάλη ζωγραφική για μένα. Απλώς μεγάλη λειτουργική ζωγραφική.




{Α}: Θα επανέλθουμε στην μουσική, γιατί η έκθεση που παρουσιάζεις αυτόν τον καιρό είναι το Ρεμπέτικο, το οποίο το έχεις παρουσιάσει στις αρχές του τρέχοντος αιώνος - 2000-2001 αν θυμάμαι καλά σύμφωνα με τα στοιχεία που έχεις παραθέσει -  το ‘χεις ξανακάνει ενδιάμεσα και πάλι επανέρχεσαι σ’ αυτό. Για ποιο λόγο;

{Σ}: Να πω την αλήθεια μου ζητήθηκε. Προσωπικά ο χώρος που ρέει η έκθεση αυτή τη στιγμή αν με ρωτήσεις, δεν ήταν κατάλληλος για το ρεμπέτικο. Η πρώτη έκθεσή μου στο Γενί Τζαμί στο παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο σχετικά με το Ρεμπέτικο ήταν σαφώς πιο ….

και ο όγκος, η ευλάβεια, η σοβαρότητα, το περιβάλλον ήταν πολύ καλύτερο για το Ρεμπέτικο.

{Α}: Άρα πρέπει πρώτα απ’ όλα ο χώρος να σέβεται, ο ίδιος ο χώρος δεν λειτουργεί απρόσωπα, σου βγάζει ένα συναίσθημα…

{Σ}: Βέβαια..αυτή τη στιγμή η έκθεση είναι ας πούμε ένα σχόλιο για το Ρεμπέτικο, από έργα που έχουν γίνει στο παρελθόν και μία βραδιά που έγινε την ημέρα των εγκαινίων η οποία είχε αυτό τον ρεμπέτικο χαρακτήρα’ βέβαια, δυστυχώς για μένα, είχε ηχητικά και φυσικά είχε πολλούς φίλους το οποίο είναι το θετικό για μένα, που μου άρεσε στην όλη βραδιά.

{Α}: Αυτό το κρατάμε γιατί θα το αναφέρουμε μετά, είναι πολύ σπουδαίο αυτό που λες ότι είχε πολλούς φίλους οι οποίοι σε ακολουθούνε συνέχεια’ απλώς εγώ για το Ρεμπέτικο επειδή έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στο είδος, θέλω να επιμείνω.. τι είναι το Ρεμπέτικο κατ’ αρχάς; Δέχεσαι τον όρο Ρεμπέτης-Ρέμπελος, ταυτίζεσαι μ’ αυτούς, θες να τους «ακουμπήσεις», κάτι να νιώσεις από την εποχή εκείνη ή νομίζεις πως μπορεί να μεταφερθεί η αίγλη αυτή, η αυθεντικότητα αυτή σήμερα;

 

{Σ}: Ήδη είπες μερικές λέξεις που είναι λέξεις – καρφί’ ένα είναι η αυθεντικότητα. Το Ρεμπέτικο φημίζεται για την αυθεντικότητα του, είναι αυτό που είναι, δε θέλει να είναι τίποτε άλλο. Κι αυτό είναι κάτι τρομερό στην μουσική αλλά και στην Τέχνη. Δηλαδή άμα πας στην Κίνα και ακούσεις μπουζούκι θα γυρίσεις το κεφάλι σου..θα πεις αυτό ! Δεν πρόκειται να το μπερδέψεις, δεν είναι ούτε σαν Rock, σαν μπαλάντα, ούτε σαν Δημοτικό, ούτε σαν τίποτα άλλο. Αυτό είναι το σημαντικότατο σημείο του Ρεμπέτικου για μένα. Εγώ πως γνώρισα το Ρεμπέτικο; Στη δεκαετία του ’70 που ήμουν νέος οι μουσικές που ακούγαμε δεν ήταν ρεμπέτικες, ακόμα και η Φραγκοσυριανή που ακούγαμε και τα άλλα τραγούδια ήταν κυρίως λαϊκότροπα φτιαγμένα, δεν ήταν το παλιό το Ρεμπέτικο, ήταν τραγούδια του ’60 που φτιάχτηκαν χάρη στον Μπιθικώτση για τέτοιο χώρο. Ψήγματα Ρεμπέτικου γνώρισα εγώ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν ξεκίνησαν τα λεγόμενα Ρεμπετάδικα’ η «Στοά των Αθανάτων» στην Αθήνα κι εδώ η «Όμορφη Νύχτα», τα «Μπλε Παράθυρα» και τα υπόλοιπα που τα ξέρεις. Επομένως από εκεί είχα την πρώτη μου επαφή με τα Ρεμπέτικα.

{Α}: Στα οποία φαντάζομαι θα ήσουν συχνός θαμών.

{Σ}: Ναι.. ήμουν θαμώνας βέβαια’ μιλάω πάλι για τη Θεσσαλονίκη – στη «Στοά των Αθανάτων» για παράδειγμα έχω παίξει , όσο κι αν σου φανεί περίεργο, αλλά πολύ αργότερα καλεσμένος μ’ ένα πολύ διαφορετικό τρόπο – που το Ρεμπετάδικο ξαφνικά ήτανε ένα διάστημα της νύχτας μεταξύ 10μιση-11 με 1-1μιση.Γιατί μετά πηγαίναμε για καμιά σούπα, πιο πριν ήμαστε σε μια ταβέρνα ή μετά το Ρεμπετάδικο μπορεί να καταλήγαμε σε κάποιο απ’ τα μπαρ  της πόλης. Οι πρώτοι μου πίνακες ζωγραφίστηκαν τότε για το Ρεμπέτικο’ η οργανωμένη δουλειά έγινε το 2000, αλλά αρκετοί πίνακες, χορευτές, ορχήστρες, πορτραίτα ζωγραφίστηκαν εκείνη την εποχή. Από τότε ξεκινά η επαφή μου, όπου πλέον το 1996 ξεκινάω να μάθω μπουζούκι, οι πίνακές μου αυξάνονται σ’ αυτόν τον τομέα – σ’ αυτόν τον δρόμο, και φτάνει το 2000 πλέον να παίζω ως ένα βαθμό μπουζούκι, να γνωρίζω παλιούς Ρεμπέτες της Θεσσαλονίκης και πλέον η σχέση μου να γίνεται πιο θερμή.

{Α}: Εγώ βλέπω σ’ αυτούς τους πίνακες ότι απ’ την μια έχεις ίσως μια αυστηρότητα με κοφτές γραμμές και απ’την άλλη μια ρευστότητα’ δεν ξέρω αν αυτό που βλέπω εγώ είναι αντίθετο απ’ αυτό που θέλεις να δημιουργήσεις εσύ;

{Σ}: Το Ρεμπέτικο στη ζωγραφική μου παίχτηκε σε τρία μεγάλα κεφάλαια’ το πρώτο κεφάλαιο είναι αυτό που λες.. αυτή η σοβαρότητα κι αυτό το παρελθόν. Τα έργα αυτά είναι το πλείστον σε μια σέπια, δηλαδή ένα σκούρο καφέ χρώμα, ας πούμε παραπέμπουν εκεί σαν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία εποχής. Κατόπιν ακολουθεί μία σειρά χαρακτικών, η οποία περιλαμβάνει πάνω από 1500 εκτυπώσεις και μία σειρά έργων πάλι στο ασπρόμαυρο μέχρι ένα σκούρο κόκκινο στο χρώμα του κρασιού’ κι έτσι κλείνει το πρώτο μέρος με δύο κεφάλαια που είπαμε. Το τρίτο μέρος είναι ότι αρχίζω να ζωγραφίζω τους φίλους μου γύρω που παίζουν, είτε που ‘ναι ομάδες, είτε καπνίζουν, που κάθονται σε μια καρέκλα, που ακουμπούν το σακάκι τους, είτε ένα όργανο ακουμπισμένο και πλέον εκεί είναι το όριο και μετά σταμάτησα να δουλεύω αυτή τη δουλειά, εκεί είναι τα τελευταία έργα που εκτίθενται το 2003-2004.

{Α}: Έχεις δουλέψει ποτέ με μοντέλο, επειδή είπες βλέπεις τους φίλους σου..

{Σ}: Ναι, έχω δουλέψει βέβαια..αρκετά. Είτε πρόκειται για τοπίο, είτε για νεκρή φύση, είτε πρόκειται για ανθρώπινο μοντέλο.

{Α}: Για το τοπίο..πάλι πάσα μου δίνεις’ ήθελα ν’ αναφερθώ σ’ αυτό’ βλέπουμε πως σε μια άλλη έκθεση έχεις κάνει αστικά τοπία, θα λέγαμε πως είσαι ένας καλλιτέχνης του Άστεως.

{Σ}: Είμαι.. όπως και το Ρεμπέτικο είναι μουσική του Άστεως.

{Α}: Ακριβώς αυτή τη σύνδεση ήθελα να κάνω, κατ’ αρχάς κυριολεκτικά είσαι μέσα στην καρδιά της πόλης’ αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σ’ ένα παλιό κτίριο μέσα στην πόλη.

{Σ}: Ακριβώς και βλέπουμε κτίρια από την πυρκαγιά μέχρι σήμερα και πιο παλιά.

{Α}: Αυτό σημαίνει πως θέλεις να αναπνέεις μέσα στην πόλη, να είσαι κομμάτι της και μάλλον αυτό είναι το ελατήριο για σένα.

{Σ}: Μεγάλο μέρος της πρώτης μου δουλειάς δηλαδή υδατογραφίες, ακουαρέλες τέλη της δεκαετίας του ’70, δεν ήτανε αστικά τοπία αλλά φύση. Κατόπιν με τον Λούστα όπως αναφέραμε μεγάλο μέρος της δουλειάς μου ήταν ζωγραφισμένο σε πάρκο, όπως το λεγόμενο Πεδίο του Άρεως απέναντι απ’ την ΕΡΤ3 το 1982 και όταν λέω μεγάλο εννοώ πάνω από 300 πίνακες, που σημαίνει ότι κάθε πρωί σηκωνόμουν έπαιρνα το καβαλέτο μου και πήγαινα και ζωγράφιζα σταθερά αυτά τα τοπία τα οποία είναι καθαρή φύση. Αργότερα – και παράλληλα ίσως – ασχολήθηκα και με το αστικό τοπίο, στο οποίο θα παρατηρήσει κανείς μερικά στοιχεία..είναι μια σύγκριση της παλιάς Θεσσαλονίκης με τη σύγχρονη. Στο αστικό μου τοπίο δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, υπάρχουν πορείες, διαδηλώσεις.

{Α}: Να μιλήσουμε για τη δουλειά σου ως δάσκαλος. Ξέρω πως ήσουν στη Νεάπολη..

{Σ}: Ναι..στον Δήμο Νεάπολης’ τότε είχε ξεκινήσει το Πνευματικό Κέντρο και από κάποιους φίλους μου έγινε η πρόταση και ξεκίνησαν αυτά τα εργαστήρια που αναφερότανε σε παιδιά 5 με 7 χρονών και 7 με 10-11 για μια τριετία.

{Α}: Υπάρχουν και άλλες δυο δραστηριότητες που είναι πάρα πολύ σημαντικές και ενδιαφέρουσες’ πρώτα θα αναφέρω τη δουλειά σου στο Ψυχιατρείο.

{Σ}: Δεν είναι χρονολογικά η πρώτη, αλλά είναι η μεγαλύτερη σε χρόνο’ από ότι είδα στα ημερολόγιά μου ξεκίνησε αυτή η δουλειά το 1986.

{Α}: Λειτουργεί λοιπόν ως μια αμφίδρομη ψυχοθεραπεία;

{Σ}: Ας μιλήσω για την πρόθεση.. θα μου πεις γιατί ασχολήθηκες με το Ψυχιατρείο ρε φίλε,  γιατί δεν πήγες να κάνεις μαθήματα στους απλούς ανθρώπους; Και μάλιστα σ’ ένα Ψυχιατρείο που δεν ήταν όπως είναι σήμερα.. αν οι αναμνήσεις μου γυρίσουν σ’ εκείνο το παρελθόν, είναι αρκετά ασπρόμαυρες και σκοτεινές’ δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει με τις αναμνήσεις του ανθρώπου.

{Α}: Τα όνειρά σου είναι έγχρωμα ή ασπρόμαυρα μια που το αναφέρεις; Ας κάνουμε μια μικρή παρένθεση…

{Σ}: Κοίταξε κάτι.. είναι έγχρωμα αλλά με πολύ περίεργο τρόπο, όχι με τον τρόπο που βλέπουμε εδώ τα πράγματα. Στα δικά μου όνειρα - και στων περισσοτέρων ίσως ανθρώπων – εγώ δεν υπάρχω, δηλαδή εγώ έχω συνείδηση της ύπαρξης μου αλλά δεν βλέπω την δικιά μου μορφή.

{Α}: Το ονειρικό το συνδέω με το θέμα του ψυχισμού, εκεί το πάω..

{Σ}: Ναι.. επομένως δεν μπορώ να καταλάβω τον Σουρεαλισμό μ’ έναν τρόπο, πιστεύω πως είναι μια κατασκευή του μυαλού – της σκέψης περισσότερο παρά του ονείρου. Εγώ δεν μπόρεσα να ονειρευτώ σαν τον Σουρεαλισμό, βλέπω πως είναι μια οπτική αφήγηση όπως βλέπουμε τον Dali μ’ έναν ρολό που ρέει. Για να εξηγήσω αυτό σε κάποιον μπορεί να διαβάσει τα «Ημερολόγια» του Dali’ εκεί μας δείχνει πως δουλεύει το μυαλό του και πως δουλεύει στον πίνακα, ο οποίος δεν είναι ονειρικός.

{Α}: Με προδιαθέτεις να σε ρωτήσω επίσης τώρα, αν είσαι εγκεφαλικός δημιουργός, αν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις αισθήσεις από μια συνειδητή δημιουργία.

{Σ}: Η δημιουργία ξεκινάει από τότε που ο καλλιτέχνης αφήνει τον εγκέφαλό του στην ησυχία του, τότε ξεκινάει αυτό που ονομάζεται έμπνευση. Ο εγκέφαλος είναι απαραίτητος γιατί μέσα απ’ αυτόν χτίζεις τα βασικά. Όταν θ’ αρχίσεις να ζωγραφίζεις δεν μπορείς να ψάχνεις εκείνη την ώρα πιο είναι το άσπρο - πιο το κίτρινο, τι γίνεται μεταξύ τους. Αυτά ήδη τα κατέχεις’ είναι ας το πούμε αλλιώς σαν την ομιλία’ όταν μιλάμε δε σκεφτόμαστε ότι το Μ, Ι, Α, Λ.. αυτά εμφανίζονται κατευθείαν. Από ‘κει και πέρα αρχίζει η κατάσταση της έμπνευσης, ο καλλιτέχνης ξεφεύγει κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό και αυτό ονομάζεται πλέον έργο Τέχνης. Αλλιώς αν δε συμβεί αυτό πάλι βγαίνει ένα αντικείμενο που είναι πλέον κατασκευή, δεν είναι γλυπτό ή πίνακας, δηλαδή είναι ένα πόρισμα το οποίο βγαίνει από μια σύνθετη μαθηματική πράξη εγκεφαλική, που είναι καταπληκτικό, έξυπνο, σωστό, μελετημένο αλλά δεν έχει αυτή την υπέρβαση που είναι αναγκαία για μένα για να γίνει πίνακας.

{Α}: Η επαφή σου, λοιπόν, με τους ψυχικά ασθενείς πως ήτανε;

{Σ}: Η συνεργασία με το Ψυχιατρείο ξεκίνησε μέσω της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης. Θα πρέπει να το πω, γιατί καλό αυτό να το ξέρουνε.. Νομαρχιακά Κέντρα Λαϊκής Επιμόρφωσης, κι ορισμένοι δικηγόροι, ορισμένοι εργαζόμενοι οι οποίοι ξεκίνησαν αυτές τις προσπάθειες επαφής της Τέχνης και επικοινωνίας με διάφορα ιδρύματα’ όπως ήταν οι Φυλακές, έτσι ήταν και το Ψυχιατρείο. Εγώ ήμουν ανήσυχος γιατί δούλεψα και στα δύο, παράλληλα για ένα διάστημα, κυρίως για να γνωρίσω αυτόν τον άνθρωπο εκτός ορίων, με ενδιέφερε ο άνθρωπος ο οποίος σχοινοβατεί μεταξύ λογικής και παραλόγου. Αυτό το πράγμα ήτανε το ιδιαίτερο, γιατί πιστεύω ότι και η ζωγραφική είναι αυτή η άκρη μεταξύ αυτού που σκέφτεσαι, αυτού που πιστεύεις κι αυτού που ξαφνικά λες πως έγινε αυτό..εγώ το ‘κανα, πως έγινε;

{Α}: Ο Dali έλεγε ότι η μόνη διαφορά μου από έναν τρελλό είναι πως εγώ δεν είμαι τρελλός. Τι είναι η τρέλλα.. υπάρχει υγιής τρέλλα; Υπάρχει κοινωνική τρέλλα, αυτή που βαφτίζουμε εμείς έτσι;

{Σ}: Δε θα αναφερθώ στον πολύ κόσμο γιατί ανοίγουμε ένα μεγάλο θέμα και μάλιστα δεν είναι της ειδικότητας μου κι επομένως καλύτερα θα το αφήσω αυτό το κεφάλαιο για το τι είναι ψύχωση. Εγώ μπορώ να μιλήσω για τα έργα των ασθενών όπου είχα ασθενείς που ζωγραφίζανε από πριν και κάποιοι δεν είχαν πιάσει ποτέ πινέλο στη ζωή τους, κάποιοι είχαν κάποιο ταλέντο’ όλοι οι αυτοί οι άνθρωποι συνυπήρχαν σ’ ένα εργαστήριο και ο καθένας τραβούσε τον δρόμο του μέσα απ’ αυτό. Εγώ καθοδηγούσα και φρόντιζα έτσι ώστε κάθε μέρα να νιώσει ο άλλος ότι είναι αναγκαία και η επόμενη μέρα να έρθει να συνεχίσει το ζωγραφικό έργο που είχε ξεκινήσει. Οι πίνακες των ασθενών είναι ως επί το πλείστον χρωματιστοί, το χρώμα είναι κάτι που κυριαρχεί. Επίσης ο αφηγηματικός χαρακτήρας είναι κάτι που κυριαρχεί, δηλαδή βλέπεις ό,τι θέλουν να πουν..πολλές φορές αναλφάβητοι ασθενείς αντί να γράφουν ζωγραφίζουν. Επίσης πολλές φορές μπαίνουν κείμενα μέσα στη ζωγραφική τους.

{Α}: Είναι το μήνυμα λοιπόν.. αυτό που δεν μπορούν να πουν το περνάν.

{Σ}: Ναι..θέλουν να το περάσουν μ’ ένα τρόπο. Επίσης ας μην ξεχνάμε πως η ζωγραφική έχει αυτό το μαγικό, κυρίως στην απασχόληση ενός ανθρώπου, είναι μία απ’ τις πιο πρωτόγονες Τέχνες’ πριν μάθει να γράφει ο άνθρωπος ζωγράφιζε. Είναι μια Τέχνη η οποία ήταν αδελφή στον άνθρωπο μαζί με τις θρησκείες κι ο λόγος είναι πως η Τέχνη της ζωγραφικής ακολουθούσε αυτή την αθανασία’ ήταν βέβαιο σ’ αυτούς που κάνανε τις σπηλαιογραφίες ότι οι πληροφορίες που θα δίνανε μέσω αυτών θα κρατούσαν πολύ περισσότερο απ’ την ζωή τους. Κι αυτό είναι το μαγικό, γι’ αυτό είναι πολύ κοντά στην μαγεία…

{Α}: Είναι μια μυστικιστική διαδικασία δηλαδή;

{Σ}: Είναι.. ήτανε πάντα έτσι. Επίσης τα υλικά φρόντιζαν μέσα στις χιλιετίες να είναι υλικά που κρατάνε χρόνια, σήμερα φτιάχνονται από κάποια εργοστάσια και ξέρουμε ότι δεν κρατάνε, τότε ξέρανε γιατί ήταν μια μυστικιστική διαδικασία που είπες, ξέρανε το μπλε που θα βγάλουν από τον λαζουρίτη - που είναι μια μπλε πέτρα την οποία την λιώναν την ‘κάναν σκόνη κι απ’ αυτή κάνανε χρώμα - και ξέρανε η πέτρα αυτή δεν πρόκειται να αλλάξει χρώμα και 2000 χρόνια να περάσουνε. Όπως ξέραν επίσης όταν ‘κάναν τα ψηφιδωτά στην αρχαία Ελλάδα, είτε σε άλλες χώρες, είτε στην Βυζαντινή Τέχνη γνωρίζανε ότι οι πέτρες που χρησιμοποιούσαν και τα κεραμίδια θα παραμένανε όπως και παραμείνανε. Επομένως είναι μια Τέχνη που ασχολείται με την αθανασία. Ταυτόχρονα υπάρχει στον άνθρωπο στην μικρή του ζωή από πολύ πριν, βλέπουμε ένα μωρό πρώτα ζωγραφίζει και μετά μιλάει’ αν του δώσεις μπογιές είναι μεγάλη χαρά, λες και είναι μέσα μας – προφανώς είναι μέσα μας !

{Α}: Προφανώς το ‘χεις δει στα παιδιά σου..

{Σ}: Το ‘χω δει στα παιδιά μου, αλλά και στα μαθήματα που έκανα και σε νεαρά παιδιά. Το ίδιο ισχύει και με τους ασθενείς, δηλαδή αυτή η χαρά να μορφοποιείται μ’ ένα περίεργο τρόπο’ αυτά που αισθάνονται, αυτά που σκέφτονται και να βλέπουν πράγματα που δεν ξέρουν πως είναι.

{Α}: Άφησα τελευταίο το κομμάτι των φυλακών, εδώ μιλάμε για μια άλλη κατηγορία. Έχεις δουλέψει στο Γεντί Κουλέ και στις φυλακές Διαβατών όπου έκανες την πρώτη έκθεση, υποθέτω, που έχει γίνει και μάλιστα πρόσφατα τον Φεβρουάριο νομίζω που μας πέρασε. Θέλω να μου πεις γι’ αυτήν σου την εμπειρία..για την επαφή σου μ’ αυτούς τους ανθρώπους.

{Σ}: Κι αυτή είναι μια κατάσταση εκτός ορίων, κι αυτή ήταν μια κίνηση της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και η δουλειά δεν ήταν εύκολη. Ξαφνικά ένας ζωγράφος βρέθηκε μεταξύ δικηγόρων, του διευθυντή, υπαλλήλων της φυλακής και κρατουμένων χωρίς να ξέρει κανείς ποιος είναι αυτός. Όλοι με κοιτούσαν περίεργα.. ήμουν ο χαφιές της διοίκησης, ήμουν αυτός που χώνουν ανάμεσα για να πάρουν πληροφορίες οι δικηγόροι για να έχουν κάποιες απαιτήσεις να αλλάξουν τη δομή τους; Ξεκίνησαν αυτά τα εργαστήρια μέσα κυριολεκτικά μέσα στο φυλάκιο απ’ τις ακτίνες, ίσως για να μπορέσουν να με ελέγξουν, ίσως γιατί δεν υπήρχε άλλος χώρος που μπορούσαν οι φυλακισμένοι να μπούνε χωρίς να υπάρχουν άλλα προβλήματα. Εκεί δυστυχώς ή ευτυχώς είδα αρκετούς φίλους μου μέσα, φίλους εννοώ απ’ το κέντρο της πόλης που συνήθως ήτανε για ναρκωτικά. Τα ναρκωτικά μόλις είχαν ξεκινήσει στη Θεσσαλονίκη έντονα στον νέο κόσμο, δηλαδή τέλη της δεκαετίας του ’70 και επίσης θα ήθελα να ξέρει ο κόσμος ότι μ’ ένα τσιγάρο ινδικής κάνναβης μπορούσαν να σε κλείσουν 2 χρόνια φυλακή, με μια χούφτα μπορούσαν να σε κλείσουν για εμπορία κι αυτό σήμαινε πως η ζωή σου ήταν κατεστραμμένη. Γιατί πέρα απ’ την ίδια τη φυλακή κι από τις δυσκολίες που θα είχες αργότερα, για έναν νέο άνθρωπο η φυλακή είναι κάτι πολύ δύσκολο’ ο κόσμος που γνωρίζει δεν είναι ο καλύτερος και συνήθως από τα μαλακά πηγαίνεις στα σκληρά. Επομένως γνώρισα αυτόν τον κόσμο και σοκαρίστηκα, περισσότερο απ’ όσο σοκαρίστηκα στο Ψυχιατρείο.

{Α}: Η παραίσθηση που δημιουργούνε κάποιες ουσίες βοηθούνε στην έμπνευση;

{Σ}: Κάποιοι καλλιτέχνες ισχυρίζονται ναι, εμένα η μόνη ουσία που μπορώ να πω ότι με βοήθησε – δηλαδή στάθηκε δίπλα μου χρόνια – ήταν το ποτό, το οποίο μπορούσε να με κρατήσει μεταξύ νηφάλιου και μη νηφάλιου. Αν και θα ‘θελα να πω πως κάποιος όταν ζωγραφίζει μπορεί να πιεί ένα-δυο ποτά από πριν, αλλά μόλις αρχίζει ξεχνάει τι μουσική έχει βάλει, ξεχνάει να πιεί, παρασύρεται στον πίνακα για ώρες. Άρα δεν μπορώ να πω πως επειδή έπινα ζωγράφιζα, εξάλλου πάρα πολλοί ζωγράφοι, ας αναφερθούμε στον 20ο αιώνα, έπιναν.. να μιλήσουμε για τον van Gogh, τον Gauguin; Οι περισσότεροι έπιναν, αλλά λέμε πως παρόλο που ‘πίναν μπορούσαν και ζωγραφίζαν. Αυτή είναι η διαφορά..και ο Λούστας έπινε, μια και είναι ο αγαπημένος σου, αλλά μπορείς μετά αφού τελειώσεις έναν πίνακα καταϊδρωμένος και μουντζουρωμένος να το χαρείς ή πριν ξεκινήσεις σ’ ένα άδειο ταμπλό και ήδη με το μάτι σου το φτιάχνεις.. πίνεις ένα και ξεκινάς !




{Α}: Πως ξεκινάς λοιπόν; Ορίστε.. είσαι σ’ ένα χώρο ο οποίος είναι κάποιους ορόφους πάνω απ’ τη γη - δεν είσαι σ’ ένα υπόγειο, έχεις ωραία θέα, έχεις άπλετο φως – αν αυτό σε βοηθά – επειδή το φως είναι κάτι που έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία’ μάλιστα μιλάμε για Ελληνικό φως, θα μπορούσαμε να πούμε και το φως της πόλης μας. Και πως γίνεται όλο αυτό, δημιουργείς μια ατμόσφαιρα μέσα σου, πως στήνεσαι για να αρχίσεις να κάνει κάτι; Το δουλεύεις από πολύ καιρό πριν και σου βγαίνει.. ή αυθόρμητα;

{Σ}: Η ζωγραφική είναι μια καθημερινότητα..

{Α}: Μικρή παρένθεση..θα λέγαμε ότι δουλεύεις με σύστημα, συνειδητά;

{Σ}: Ναι !

{Α}: Δεν αφήνεις τίποτα στην τύχη δηλαδή;

{Σ}: Όχι ακριβώς έτσι. Κάθε μέρα ζωγραφίζεις, πρέπει ο ζωγράφος να είναι κάθε μέρα αγκαλιά με τα πινέλα του, τα μολύβια του και τις μπογιές του. Όπως ο μουσικοσυνθέτης πρέπει να είναι στο πιάνο του, δε θα γράφει τη συμφωνία κάθε μέρα – θα ‘ρθει η ώρα που θα τη γράψει, το ίδιο και ο ζωγράφος κάτι θα ζωγραφίζει, θα κάνει το φλυτζάνι του, θα έχει μια ανάμνηση, θα διορθώσει έναν πίνακα, θα δει τον προηγούμενο, θα κοιτάξει.. κάθε μέρα είναι εκεί’ μέχρι που να έρθει η ώρα, να κάνει πραγματικά ένα έργο.

{Α}: Πηγαίνοντας προς το τέλος εγώ θέλω να επανέλθω στη Θεσσαλονίκη. Είμαστε κλειστή πόλη τελικά, είμαστε μια μίζερη πόλη, είμαστε μια πόλη – αυτό που λένε – πως είμαστε κλίκες;

{Σ}: Είναι μια πόλη που δεν αγαπάει τον εαυτό της. Παντού υπάρχουν κλίκες, αλλά είναι μια πόλη που δεν έχει τιμήσει τον εαυτό της, τους καλλιτέχνες της, τους ποιητές της, τους αρχιτέκτονές της.. και δεν τους έχει προβάλλει προς την Αθήνα και προς άλλα μέρη δυστυχώς. Αυτό το τελευταίο που αναφέρω μπορεί να το βρει κανείς στους τόμους στους μεγάλους Έλληνες ζωγράφους του Κωνσταντίνου Μαλέα, ο οποίος ήταν διπλωμάτης εδώ παρά τω Δημάρχω, και του έκαναν εντύπωση τα εκατοντάδες εργαστήρια ζωγραφικής που υπήρχαν εδώ και η δικαιολογία των πλουσίων που δεν τα στήριζαν’ μιλάμε τώρα για το 1918, όταν απελευθερώθηκε και μετά. Άρα το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι παλιό, δεν είναι τωρινό.

{Α}: Η Θεσσαλονίκη όμως έχει πάντα ανθρώπους πνευματικούς σε κάθε τομέα, δημιουργεί κατά καιρούς Σχολή – Σχολές.. δεν ξέρω, ισχύει αυτό; Και τέλος πάντων, γιατί μας ενδιαφέρει το σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένα καλλιτεχνικό Ρεύμα-Κίνηση..; Και αυτό το λέω συναρτήσει αυτού που έχω δει εδώ σε ‘σένα, στο χώρο τον δικό σου – τη συνάθροιση διαφόρων από διάφορους τομείς και με διάφορα ενδιαφέροντα. Είπες πριν για το πιάνο, έχεις εδώ ένα πιάνο..

{Σ}: Δεν παίζω πιάνο, άλλα έχω πιάνο.

{Α}: Δεν έχει σημασία, ακόμα και αν είναι ξεκούρδιστο.. το πιάνο υπάρχει ! Όπως υπάρχει εδώ δίπλα σου το τρίχορδο μπουζούκι σου. Μαζί με τα πινέλα σου λοιπόν, υπάρχουν και τα μουσικά όργανα. Έρχονται διάφοροι όπως λογοτέχνες, άνθρωποι που ασχολούνται κι αυτοί με τη ζωγραφική, με το χορό ή με την μουσική ευρύτερα..

{Σ}: Ή με την ποίηση, με τον γραπτό λόγο..

{Α}: Με τον γραπτό λόγο που κι εσύ ασχολείσαι. Αυτό τι σημαίνει.. πως υπάρχει έδαφος ή υπάρχει ήδη Κίνημα;

{Σ}: Δεν υπάρχει Κίνημα ζωγραφικής Τέχνης στη Θεσσαλονίκη..

{Α}: Πνευματικής  δημιουργίας ευρύτερης …

{Σ}: Υπάρχει πνευματική ζύμωση και θα έλεγα περισσότερο στον γραπτό λόγο. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή 4 περιοδικά λόγου τα οποία βγαίνουν στη Θεσσαλονίκη, που είναι πολλά για μια τέτοια πόλη, ενώ ζωγραφικής υπάρχει μόνο ένα που βγάζει ο Σύλλογος Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βορείου Ελλάδος {ΣΚΕΤΒΕ} το οποίο δεν κυκλοφορεί, μπορείς να το βρεις μόνο σε κάποιες εκθέσεις.

{Α}: Έχει παιδεία ο περίφημος μέσος Έλληνας;

{Σ}:  Στο χώρο της ζωγραφικής.. όχι.

{Α}: Βέβαια θα μου πεις.. δεν μας αφορούν οι μάζες, μας αφορούν οι οντότητες’ οι άνθρωποι λοιπόν που σε ενδιαφέρουν..

{Σ}: Όλοι οι άνθρωποι με ενδιαφέρουν, δεν μπορώ να ξεχωρίσω αυτούς που έχουν γνώση ή κουλτούρα.

{Α}: Ακριβώς, αλίμονο.. δεν κάνω κατηγοριοποιήσεις, απλώς όπως δεν μ’ ενδιαφέρει αν έχεις πτυχίο στην Καλών Τεχνών, έτσι βλέπω τους ανθρώπους που έχουν ένα αισθητήριο και ένα ενδιαφέρον. Να το πω έτσι.. θέλεις την αποδοχή του κόσμου, ο καλλιτέχνης την έχει ανάγκη;

{Σ}: Την έχει ανάγκη.. θα ‘ναι ψεύτης όποιος λέει πως δεν την έχει’ αν είναι καλλιτέχνης ξέρει πως την έχει ανάγκη. Κλείνει τον κύκλο’ δεν μπορείς να παίζεις μουσική σ’ ένα τοίχο. Ανάλογο τέτοιο δράμα έζησε ο van Gogh’ αναφέρομαι σ’ αυτόν τον ζωγράφο επειδή είναι πολύ γνωστός στον κόσμο. Σ’ όλη του τη ζωή δεν έγινε αποδεκτός, ούτε στα κείμενα του για τη ζωγραφική ούτε στη ζωγραφική του, όχι μόνο οικονομικά αλλά και σαν παρουσία.

{Α}: Τέλος εσύ πως βλέπεις τον εαυτό σου; Είσαι ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος – το λέω κυριολεκτικά.. κινείσαι δηλαδή εντός των δικών σου ρυθμών ;

{Σ}: Εγώ για τον εαυτό μου νομίζω πως δεν είμαι ιδιόρρυθμος, αλλά όσο με είδα με τους άλλους ανθρώπους δίπλα διαπιστώνω πως είμαι. Αν σκεφτεί κανείς πως είμαι ένας άνθρωπος που δεν ασχολείται με τα αθλητικά, δεν ασχολείται με τα τυχερά παίγνια, δεν πηγαίνει στα καφενεία, δεν πηγαίνει σε μπαρ πια, δεν τον ενδιαφέρει η τηλεόραση, τα νέα ρεύματα της εποχής.. όλα αυτά τα ΔΕΝ, δεν είναι συνηθισμένα. Έχουμε βρεθεί βέβαια εμείς σε ωραίες στιγμές - σε ωραία μέρη, αλλά αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι όπως λες οι περισσότεροι.

{Α}: Δίνεις την εντύπωση πως είσαι ένας υπερ-κινητικός και κοινωνικός άνθρωπος.

{Σ}: Και τα δύο ισχύουν.

{Α}: Ως καλλιτέχνης θέλεις να ξεχωρίζεις από άποψη δημιουργίας, θέλεις να γίνεις ένα με τον κόσμο - κομμάτι άρρηκτο – ή θέλεις να κρατάς τις αποστάσεις σου; Μ’ αυτήν την έννοια, όχι μ’ έναν κακό ελιτισμό.

{Σ}: Η πηγή έμπνευσής μου είναι ο κόσμος που ζω με την ευρύτερη έννοια.. ιδεολογικά, συναισθηματικά, οπτικά’ σαν χώρος, σαν φως είναι ο κόσμος που ζω. Αλλά ο καλλιτέχνης είναι μόνος του. Ο καλλιτέχνης είναι αυτό που λέει η Ελληνική λέξη άνθρωπος, ο «άνω θρώσκω».. κοιτάει ψηλά, το μυαλό του είναι σ’ αυτό που αυτός θεωρεί Άνθρωπο.






* η ΣυΝεντευξη δοθηκε στις 24 Μαη 2018 & οι Φωτο - εκτος του Πινακα που αποικονιζει Ρεμπέτικο παλκο - ειναι του Υποφαινομενου !




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«Είμαι όρθιος» [αφιερωμενο στον Γιώργο Σαρρή] {του Αθανάσιου Αθάνατου}

  Σ' αυτό το ταξίδι, δεν είμαι μοναχός ποτίζω σαν βροχή το κρύο χώμα, του κάθε πάθους σας, θα γίνω συνοδός θα βάλω στο μαυρόασπρο, το χρ...