Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Churchill: The Darkest Hour {του Αθανάσιου Αθάνατου}

 

·        “ I have nothing to offer but blood, toil, tears and sweat”

·        { Δεν έχω τίποτα να προσφέρω παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα}

Μ’ αυτήν τη φράση ο Winston Churchill έδωσε το στίγμα του στην εναρκτήρια ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων όταν κλήθηκε να αναλάβει για πρώτη φορά την πρωθυπουργία της χώρας τον Μάιο του 1940, εν καιρώ πολέμου’ φράση που εμπνεύστηκε προφανώς από ομιλία του Giuseppe Garibaldi που είχε γίνει ένα αιώνα περίπου νωρίτερα, αυτός όμως την έκανε διάσημη στην πιο κρίσιμη στιγμή του Ενωμένου Βασιλείου.




Ο Neville Chamberlain τον οποίο ανικατέστησε είχε κατηγορηθεί για την κατεναυστική του πολιτική, καθώς και ο επίσης Συντηρητικός προκάτοχός του Stanley Baldwin, όπως και για την ελλιπή προετοιμασία για την αντιμετώπιση του Γερμανικού κινδύνου. Καθοριστική απεδείχθη η Συμφωνία του Μονάχου τον Σεπτέμβρη του 1938 με την οποία παραχωρήθηκε η Σουδητία, εδάφη της Βοημίας και Μοραβίας όπου κατοικούσαν πολλοί Γερμανοί που εντάχθηκαν στη Τσεχοσλοβακία με τη χάραξη των συνόρων μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Η Γερμανία – που είχε ήδη προσαρτήσει απ’ τον Μάρτη την Αυστρία - κατέλαβε τελικά και την υπόλοιπη Τσεχία τον Μάρτη του 1939, και τότε μόνο το UK ενήργησε και εγγυήθηκε τα σύνορα της Πολωνίας, όπως έκανε τον επόμενο μήνα για την Ελλάδα με την κατάληψη της Αλβανίας απ’ την Ιταλία. Τον Αύγουστο η Σοβιετική Ένωση υπογράφει σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία, έπειτα απ’ τις ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις με τους Άγγλο-Γάλλους για κοινό αντιφασιστικό μέτωπο. Την 1η του Σεπτέμβρη οι Γερμανοί, έπειτα από προβοκάτσια, επιτίθενται στην Πολωνία και μόνο έπειτα από δυο μέρες το Εν.Βασίλειο και η Γαλλία στέλνουν τελεσίγραφο και είναι αυτές οι δυνάμεις που θα κηρύξουν επίσημα την έναρξη ενός νέου πολέμου. Τις επόμενες βδομάδες η Σοβιετική Ένωση ενεργώντας κι αυτή ιμπεριαλιστικά καταλαμβάνει την ανατολική Πολωνία, τις Βαλτικές χώρες και επιτίθεται στη Φινλανδία. Παρόλα αυτά το διάστημα μέχρι και την άνοιξη του 1940, το οποίο πέρασε στην Ιστορία ως «Drôle de guerre» {Αστείος Πόλεμος}, χαρακτηρίζεται από τη σχετική απραξία και τη διστακτικότητα των Δυτικών με την ελπίδα ότι οι μάχες θα παρέμεναν στο ανατολικό μέτωπο και θα μπορούσε να βρεθεί διπλωματική οδός όπως πίστευε ο Λόρδος Χάλιφαξ, Υπ.Εξωτερικών από διετίας και θιασώτης της τακτικής προσέγγισης της Γερμανίας. Ταρακουνήθηκαν τότε μόνο όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν τον Blitzkrieg {πόλεμο-αστραπή} κατά της Δύσης τον Απρίλη με κατάληψη πρώτα της Δανίας και επίθεση στη Νορβηγία, και κατάληψη του Λουξεμβούργου στις 10 Μαϊου, οπότε ο Βρετανός βασιλιάς George VI – πατέρας της βασίλισσας Elizabeth II - καλεί απρόθυμα τον Churchill και του αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας’ θα χρειαστεί να περάσουν χρόνια να πειστεί για την ικανότητα του ανδρός, ο οποίος συν τοις άλλοις υπήρξε κάποτε υποστηρικτής του αδερφού του Edward VIII.

Ο βίος και η πολιτεία του Churchill ήταν ήδη αρκετά γνωστή’ Συντηρητικός κατά βάση, είχε παραιτηθεί απ’ το κόμμα στο παρελθόν και για μια 20ετια πολιτεύονταν με τους Φιλελεύθερους λόγω διαφωνιών πάνω στα κοινωνικά θέματα, στους οποίους όμως επανήλθε υποστηρίζοντας ενάντια στις επικρίσεις πως αυτός άλλαζε κόμμα λόγω των απόψεων του και όχι απόψεις λόγω του κόμματος του. Γιος εύπορης οικογένειας, ο πατέρας του ήταν Λόρδος με έντονη πολιτική δράση με τους Tory {Συντηρητικούς} και η Αμερικανίδα μητέρα του ήταν κόρη τραπεζίτη και ιδιοκτήτη της εφημερίδας ‘The New York Times’. Ο ίδιος αδυνατώντας να μπει στο Πανεπιστήμιο ακολούθησε στρατιωτική καριέρα ως αξιωματικός του ιππικού. Ταξίδεψε πρώτα ως παρατηρητής στην Κούβα – από εκεί απέκτησε τη συνήθεια να καπνίζει πούρα – έπειτα στην Ινδία και στην Αίγυπτο στον πόλεμο του Σουδάν και αφού απέτυχε να εκλεγεί στις πρώτες εκλογές που έλαβε μέρος, τον Ιούνη του 1899, ακολούθησε καριέρα ανταποκριτή της «Daily Mail» και «The Morning Post» στη Νότια Αφρική όπου μετέβη για να καλύψει τον 2ο Πόλεμο των Boers - των Ολλανδών αποίκων κατά των Βρετανών – όπου φυλακίστηκε ως αιχμάλωτος πολέμου αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει με τη βοήθεια του στρατηγού Louis Botha, ήρωα του πολέμου και κατοπινού πρώτου πρωθυπουργού της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Το 1900 εκλέγεται για πρώτη φορά και ξεκινά η κοινοβουλευτική του παρουσία που θα διαρκέσει μέχρι το 1964 όταν θα παραιτηθεί για λόγους υγείας, μερικούς μήνες πριν απ’ τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 1965.




Παροιμιώδης καλοζωιστής κάποτε όταν ρωτήθηκε για το μυστικό της μακροζωϊας του είχε απαντήσει «No sports, just whiskey and cigars» {Καθόλου αθλητισμός, μόνο γουίσκι και πούρα}. Οπαδός της ευγονικής απ’ τα νειάτα του, είχε μόνο ρατσιστικά σχόλια για τους Ινδούς, τους Παλαιστινίους, τους Ινδιάνους. Το 1916 δέχεται τις επικρίσεις λόγω της άσχημης κατάληξης της μάχης της Καλλίπολης και παραιτείται από Υπουργός των Ναυτικών. Το 1919 έχει την ιδέα για τη δημιουργία Βρετανικού σώματος {Black and Tans} ενάντια στον αγώνα των Ιρλανδών για ανεξαρτησία {IRA}. Το 1925 ως υπεύθυνος των οικονομικών επαναφέρει τον ‘Χρυσό κανόνα’ με αποτέλεσμα τον πληθωρισμό και την ύφεση η οποία συνέπεσε με το κραχ του 1929. Το μόνο θετικό κυρίως που του αναγνωρίζουν είναι η ενίσχυση του ναυτικού και η δημιουργία πολεμικής ναυτικής αεροπορίας. Το 1937 έχοντας απ’ την μια ήδη προειδοποιήσει για τον Γερμανικό επεκτατισμό παράλληλα απ’ την άλλη δηλώνει στη βουλή “I will not pretend that, if I had to choose between communism and nazism, I would choose communism” {Δε θα προσποιηθώ πως αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον ναζισμό, θα διάλεγα τον κομμουνισμό}, καθώς και την πρόθεση του να μπει στο τραπέζι η συζήτηση για επαναφορά στη Γερμανία των αποικιών της που χάθηκαν στον πόλεμο’ τέλος τον Φλεβάρη του 1938, μετά την παραίτηση Anthony Eden απ’ το Υπ.Εξωτερικών, δηλώνει την εμπιστοσύνη του στον βαλλόμενο για τη συγκαταβατικότητά του πρωθυπουργό Chamberlain. Η φήμη λοιπόν που έχει μέχρι τις παραμονές του πολέμου είναι ενός μάλλον ασταθούς πολιτικού, ανώριμου και παρορμητικού, τον οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να εμπιστευτεί.




Η παρούσα όμως Kινηματογραφική ταινία καλείται να προβάλει τον δυναμισμό και την αποφασιστικότητα του ηγέτη. Απ’ την αρχή διέπεται θα λέγαμε με μια Βρετανικότητα και έναν ιδιαίτερο πατριωτισμό τον οποίο έχουν μάλλον ανάγκη οι Βρετανοί του σήμερα που ζουν εποχή κρίσης και Brexit’ άλλωστε αυτό είναι ολοφάνερο και στις καλογυρισμένες σειρές που έχουν κατακλύσει τελευταία το τηλεοπτικό τοπίο. Μια τέτοια μορφή τους θυμίζει το μεγαλείο των προγόνων και την λαμπρότητα της κραταιάς Αυτοκρατορίας, όπου δεν έδυε ο ήλιος ποτέ. Ο Gary Oldman είναι απολαυστικότατος’ με την μεταμόρφωση που του έγινε και με τον τρόπο ερμηνείας του σε πείθει απόλυτα. Αποδεικνύει απόλυτα πως δεν είναι αρκετό για έναν ηθοποιό να κρατά ένα πούρο και ένα ποτήρι με ποτό για να πλησιάσει τον ρόλο, αλλά πρέπει να πιάσει το ύφος, το βλέμμα και να βγάλει μια εσωτερικότητα που εν αντιθέσει με τον Brian Cox στο ‘Churchill’ της ίδιας χρονιάς που μοιάζει να παίζει τον τύπο, αυτός γίνεται ο «Τύπος» δημιουργώντας μια έκπληκτη αυταπάτη. Απ’ την μια αφήνεσαι μέσα στην ιστορική αφήγηση και απ’ την άλλη προσπαθείς να αποστασιοποιηθείς παρακολουθώντας από μακριά το όλο κλίμα. Ο πρωταγωνιστής είναι και ο βασικός χαρακτήρας σε τελική ανάλυση αφού φαίνεται απλώς να πλαισιώνεται απ’ τους υπόλοιπους ηθοποιούς, που τους διάλεξαν ομολογουμένως να μοιάζουν εμφανισιακά αρκετά μ’ αυτούς που ενσάρκωναν. Αποκρύπτωντας τις αρνητικές πτυχές του παρελθόντος παρουσιάζει τον Churchill απλώς με αδυναμίες και παραξενιές. Σε γενικές γραμμές όμως λεπτομέρειες που παρουσιάζονται είναι αληθινές’ όντως έπαιρνε αργά το πρωϊ στο κρεβάτι του το πρωϊνό του – κι εδώ υπόμνηση Βρετανικότητας - διαβάζοντας εφημερίδες και διακπεραιώνοντας εργασία. Δεν πρόσεχε τη διατροφικές του συνήθειες, είχε οικονομικά προβλήματα αφού έφτασε κάποτε μέχρι την χρεωκοπία, η ιδιαίτερη σχέση με τη γυναίκα του με την οποία έκαναν 5 παιδιά – είχαν χάσει ένα κορίτσι – και η αλαζονική του συμπεριφορά. Το περιστατικό που αναφέρεται στον υπόγειο είναι σαφώς μυθοπλασία που προσπαθεί να δώσει έναν τόνο ευαισθησίας και συγκίνησης αν και όντως χρησιμοποιούσε κάποιες φορές το μέσο, και η θυμωμένη του απάντηση “Μη με διακόπτεις, όταν σε διακόπτω” είναι αληθινή αλλά την είχε δώσει κάποτε σε μια λογομαχία με τον μοναχογιό του Randolph. Ο δημιουργός βάζει τέτοια μικρά κομμάτια τα οποία χρησιμοποιεί και σαν απάντηση στους δύσπιστους – όπως εγώ – θεατές, με χαρακτηριστική την οργισμένη δικαιολογία του για την Καλλίπολη.




Αξιόλογες μεταφορές του Churchill στο παρελθόν έχουν γίνει στο «Young Churchill» {1972} του Richard Attenborough με τον Simon Ward ο οποίος είχε τη μεγαλύτερη φυσική ομοιότητα από κάθε άλλον, «The Gathering Storm» {1974} με τον Richard Burton - τίτλος δανεισμένος απ’ τον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων του - ο οποίος δεν του φέρνει και περνά μάλλον το προσωπικό του ύφος και γοητεία σε βάρος του ρόλου και η επανάληψη το 2002 με τον Albert Finney που είναι πολύ καλός και τέλος το πέρασμα που κάνει στο «The King's Speech» {2010} με έναν επίσης πειστικό Timothy Spall.




Η μεροληπτική ματιά των δημιουργών δεν μετριάζει το συνολικό αποτέλεσμα. Ο σκηνοθέτης Joe Wright που είναι γνωστός κυρίως για το ‘Pride & Prejudice’ {2005}, αλλά και για τα ‘Atonement’ {2007} και ‘Anna Karenina’ {2012}, δίνει εδώ τις πραγματικές διαστάσεις ενός πολιτικού film αναδεικνύοντας την κοινοβουλευτική ατμόσφαιρα, εκφράζοντας την αγωνία και την κρισιμότητα της κατάστασης όπου επιβάλλεται η άμεση λήψη αποφάσεων. Πλέκει έντεχνα την πολιτική κρίση με τη συνεχόμενη Γερμανική επίθεση’ στις 14 Μάη καταλαμβάνονται οι Κάτω Χώρες και στις 26 του μηνός αρχίζει η μάχη και εκκένωση της Dunkirk με την επιχείρηση Dynamo που είναι και η πρώτη δραστική του απόφαση του νέου πρωθυπουργού, με την επιστράτευση πολιτικών πλοιαρίων για την μεταφορά των στρατιωτών απ΄το πεδίο των μαχών στην ασφαλή, προς το παρόν, Βρετανική νήσο. Ένα 10-15% των στρατιωτών αναμένονταν να γυρίσουν απ’ τους 400.000 συνολικά Βρετανούς και Γάλλους αμυνόμενους και η λαϊκή κινητοποίηση, η οποία δίνεται διθυραμβικά κυρίως στην ταινία Dunkirk’ της ίδιας χρονιάς , κατορθώνει να ανατρέψει επακριβώς αυτό το ποσοστό.

 

Ο Churchill – Τσέρτσιλ προφέρεται, αν και είθισται να αναγράφεται Τσώρτσιλ - είχε πει πως η Ιστορία θα είναι καλή μαζί του γιατί είχε σκοπό να τη γράψει ο ίδιος, κάτι που του χάρισε και το Νόμπελ λογοτεχνίας. Αυτά που δε θα δείτε στα γραπτά του, ούτε και στην ταινία η οποία σταματά σε ένα σημείο που εξαίρει τον πολιτικό άνδρα και δυναμώνει ακόμα περισσότερο τον μύθο του μέσα απ’ την ρητορική του δεινότητα, μέσα απ’ το V for Victory – προς τιμήν τους δείχνουν πως δεν είναι επινόηση του – είναι η κυνικότητα που επέδειξε και ως ηγέτης. Πρώτα το 1943 προκαλεί τον λιμό της Βεγγάλης με την απόφαση του να τροφοδοτήσει αποκλειστικά τα Βρετανικά στρατεύματα και να πεθάνουν απο ασιτία 4 εκατομμύρια περίπου Ινδοί. Μια σκληρή απόφαση ήταν επίσης η βύθιση του Γαλλικού στόλου της Μεσογείου με τον χαμό 3.000 ανδρών για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος εκμετάλευσης του απ’ τον Άξονα. Την ίδια περίοδο, έχοντας ήδη νιώσει ασφαλής με την είσοδο στον πόλεμο των Σοβιετικών και των Αμερικάνων, αρνείται να ανοίξει δεύτερο μέτωπο στα δυτικά με σκοπό την αποδυνάμωση του Κόκκινου Στρατού. Τον Δεκέμβρη του 1944, κατά τη διάρκεια του πολέμου ακόμα, με τη συνεργασία της εξόριστης φιλοβρετανικής Ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου καταφέρεται κατά των ανταρτών του ΕΛ.Α.Σ – καλώντας χαρακτηριστικά τον στρατηγό Ronald Scobie να μη διστάσει να φερθεί σαν να βρισκόταν σε κατεχόμενη πόλη όπου είναι εν εξελίξει τοπική εξέγερση – με αποτέλεσμα τη δημιουργία χάους στην πρόσφατα απελευθερωμένη Αθήνα, με νεκρούς και τραυματίες αλλά και βαρύτατες πολιτικές συνέπειες με την απαρχή ενός εμφύλιου που θα λήξει 5 χρόνια μετά, στην ήδη κατεστραμμένη Ελλάδα .Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης στο τέλος του πολέμου θεωρήθηκε επίσης μια βάρβαρη απόφαση όπου θεωρήθηκε συνυπεύθυνος. Τέλος, εκτός απ’ τις δεδομένες αυτοκρατορικές του απόψεις και την εναντίωση του στα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα – ήταν έντονη η δυσφορία του για τον Mahatma Gandhi – το 1946 με την περίφημη ομιλία του στο Fulton του Missouri στις Ε.Π.Α κηρύσσει ουσιαστικά τον «Ψυχρό Πόλεμο» με την προβολή του κομμουνιστικού κινδύνου που ενσάρκωνε η Σοβιετική Ένωση.



Η προσωπικότητα του αλλά και η Κινηματογραφική άποψη προσφέρεται, αν μη τι άλλο, για προβληματισμό. Ήρωας ή κάθαρμα, ένας πατριώτης του «ελεύθερου» κόσμου ή ένας αμοραλιστής παλιομοδίτης εκπρόσωπος των Αριστοκρατών και της Μεγαλοαστικής τάξης που μέσω του πολέμου αντιτίθεται σθεναρά σε όσους επιβουλεύονται τα κεκτημένα τους και την τάξη πραγμάτων που έχει επιβληθεί. Η Ιστορία δεν έχει ηθική, ούτε οι λαοί νοούμενοι ως μάζα εν αντιθέσει με τα μεμονωμένα άτομα που θέτουν κανόνες και Αρχές. Ο Churchill κλήθηκε να παίξει τον ρόλο του ηγέτη και αυτό έκανε παίζοντας ένα επικίνδυνο γεμάτο ρίσκα πολιτικό παιχνίδι. Είχε να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο δίλημμα’ να δεχθεί τους όρους ειρήνης του Hitler αποδεχόμενος το γεγονός πως η χώρα του θα έχανε τα πρωτεία και θα γινόταν εξαρτημένη απ’ τους Γερμανούς με όφελος ακεραιότητα και σώσιμο ζωών, αποικιών, κερδών ή να αποφασίσει να πολεμήσει μόνος εκείνη τη στιγμή σε μια μάχη που φαινόταν χαμένη με σύνθημα το όλα ή τίποτα. Επέλεξε το δεύτερο, «τζόγαρε» όπως όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί και τελικά κέρδισε {;}. Ο «Πατέρας της νίκης» είδε το UK να χάνει μαζί με τις αποικίες και την παλιά του αίγλη, τις U.S.A & CCCΡ να γίνονται το νέο μεγάλο δίπολο στον μεταπολεμικό κόσμο και ο ίδιος να χάνει τις εκλογές διότι οι ψηφοφόροι θεώρησαν πως δεν ήταν καιρός για μάχες αλλά για ανασυγκρότηση. Επανήλθε στην πρωθυπουργία, απέκτησε τον τίτλο του sir και παρόλη την επιβαρυμένη υγεία του συνέχισε μέχρι τα 90 να πίνει, να καπνίζει, να ταξιδεύει, να γράφει, να ζωγραφίζει και να απολαμβάνει εν ζωή τον μύθο του.

 

“Success is not final, failure is not fatal… it is the courage to continue that counts”

{Η επιτυχία δεν είναι τελική, η αποτυχία δεν είναι μοιραία…

είναι το θάρρος να συνεχίσεις που μετράει} !



Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Το αυγό του φιδιού: Η Γερμανία μετά τον Μεγάλο Πόλεμο {του Αθανάσιου Αθάνατου}

 

Με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου τον Νοέμβρη του 1918 η Γερμανία βρισκόταν στη χειρότερη θέση στα 50, περίπου, χρόνια από την ίδρυση της. Μια κατεστραμμένη χώρα οικονομικά αλλά πληγμένη κυρίως ηθικά απ’ την ήττα και την ταπείνωση που ήταν το διάχυτο συναίσθημα. Η νεοσύστατη εθνική κυβέρνηση επιλέγει ως έδρα της την Weimar, μακριά από το ταραγμένο Berlin και καλείται να διαχειριστεί την 1η Δημοκρατία της χώρας έπειτα από την πτώση της Αυτοκρατορίας και την καθαίρεση του Κάιζερ Wilhelm II.




Απόρροια των επαναστατικών αντιδράσεων που οδήγησαν στις ανατρεπτικές αλλαγές, τον Ιανουάριο του 1919 έχουμε την πρώτη μεγάλη επαναστατική κίνηση με το Κίνημα των Σπαρτακιστών του Karl Liebknecht και της Rosa Luxemburg’ μέλη του Σοσιαλδημοκρατών {SPD}, αποχώρησαν όταν αυτό πήρε θετική στάση προς τον πόλεμο. Ο Σοσιαλδημοκράτης Πρόεδρος Friedrich Ebert, πολιτικός της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος, καταπνίγει στο αίμα την Κομμουνιστική εξέγερση η οποία βάδιζε στα πρότυπα της Ρωσικής του Νοέμβρη του 1917 με τη βοήθεια των ακροδεξιών παραστρατιωτικών Freikorps {‘Ελεύθερων Σωμάτων’}, τα οποία είχαν σχηματιστεί με το τέλος του πολέμου αρχικά από βετεράνους και απλούς πολίτες και είχαν διατηρήσει τον εξοπλισμό τους.

Η κατάσταση όμως παραμένει έκρυθμη παρόλο που η δημιουργία Συντάγματος έδειχνε πως θα δημιουργηθεί μια ομαλότητα η οποία δε θα τάραζε τα θεμέλια του συστήματος ενσωματώνοντας τους παλιούς καθεστωτικούς και δείχνοντας ανοχή σε εθνικιστικές εξάρσεις που αυξανόταν λόγω των συνεχόμενων απαιτήσεων από μεριά των νικητών-δανειστών. Τον Μάρτη του 1920 ξεσπά στρατιωτικό πραξικόπημα με τη συμμετοχή αξιωματικών που στήριζαν εώς τότε την Δημοκρατική κυβέρνηση και παραστρατιωτικών που είχαν χρησιμοποιηθεί για την καταστολή των αριστερών ένα χρόνο νωρίτερα’ δημιουργείται προσωρινή κυβέρνηση απ’ τον Wolfgang Kapp μη βρίσκοντας αντίσταση από την ηγεσία της χώρας που μοιάζει αδύναμη να τους αντιμετωπίσει, ρόλο που αναλαμβάνουν τα συνδικάτα με γενική απεργία και υπό το βάρος των συνθηκών καταρρέει. Χαρακτηριστικό της οικονομικής κατάστασης είναι ότι στις αρχές του 1921 με την απαίτηση δισεκατομμυρίων δολαρίων ως πολεμικές αποζημιώσεις, η ισοτιμία του USD με το DM από 1 προς 4, γρήγορα εκατονταπλασιάζεται, φτάνοντας τον Νοέμβρη του 1922 1 προς 4 εκατομμύρια και τον Οκτώβρη του 1923 κόβεται πληθωριστικό χαρτονόμισμα των 100 δισεκατομμυρίων μάρκων !




Την περίοδο αυτή έχουμε συγκλονιστικά γεγονότα στην Ευρώπη που δεν μπορούσαν να μην επηρεάσουν και συμπαρασύρουν την αποκλειστική υπαίτιο του πολέμου - όπως χαρακτήρισαν τη Γερμανία οι Σύμμαχοι. Πρώτα απ’ όλα εγκαθιδρύεται Φασιστικό καθεστώς στην Ιταλία με τον Βenito Μussolini τον Οκτώβρη του 1922 – το οποίο προβάλλεται πρότυπο ομαλότητας και καταπολέμησης της αναρχίας - και τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς δημιουργείται η Σοβιετική Ένωση - η οποία φαντάζει ως ο συνεχόμενος κίνδυνος για την Γερμανική Μεγαλοαστική τάξη η οποία δε θέλει να χάσει τα προνόμιά της και στις νέες συνθήκες. Τον Ιανουάριο του 1923 λαμβάνει χώρα ένα γεγονός το οποίο θα έχει καίριες, τεράστιες συνέπειες’ η Γαλλία με τη συμμετοχή του Βελγίου, απαιτώντας πιεστικά την καταβολή αποζημιώσεων απ’ την Γερμανική κυβέρνηση και μη μπορώντας αυτή να ανταποκριθεί, καταλαμβάνει το Ruhr της Ρηνανίας προκειμένου να το εκμεταλλευτεί έτσι ώστε να καλύψει μέρος των χρεών προς αυτή. Κηρύσσεται γενική απεργία ως αντίδραση στις κατοχικές δυνάμεις, πράγμα που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση με εκτίναξη του πληθωρισμού και έλλειψη βασικών ειδών. Τον Αύγουστο αναλαμβάνει καγκελάριος ο Gustav Stresemann, ένας μάλλον φιλελεύθερος του κεντρώου χώρου, που καταπραΰνει κάπως την οικονομία με τα μέτρα που παίρνει έπειτα από τη συγκρότηση εθνικής κυβέρνησης. Η κοινή γνώμη όμως παραμένει ανικανοποίητη και ελκύεται από εθνικιστικά παραληρήματα που έχουν να κάνουν με την απώλεια εδαφών – είναι γεγονός πως δεν είχε καταληφθεί ποτέ μέρος της Γερμανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου – και με την ανικανότητα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την άθλια οικονομική κατάσταση, κάτι το οποίο το χρέωναν στην αδυναμία της Δημοκρατίας να τους εξασφαλίσει ασφάλεια και αξιοπρέπεια.




Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Ιανουαρίου του 1919 {Januaraufstand} δημιουργείται ένα εργατικό δεξιό κόμμα {DAP} με μικρή απήχηση, σαφώς εθνικιστικό, αντικαπιταλιστικό, αντιεβραϊκό και αντικομμουνιστικό. Έπειτα από λίγους μήνες γίνεται μέλος ο Adolf Hitler, ο οποίος είχε έρθει σε επαφή πρώτα ως παρατηρητής για λογαριασμό των στρατιωτικών υπηρεσιών κι έπειτα γοητεύτηκε απ’ την προπαγάνδα του αρχηγού του Anton Drexler. Γρήγορα αναδείχτηκε, και την επόμενη χρονιά ανέλαβε την αρχηγία μετονομάζοντάς το σε Εθνικοσοσιαλιστικό {NSDAP}, αυτό που έμεινε στην ιστορία ως Ναζιστικό αν και οι ίδιοι ουδέποτε αποδέχτηκαν αυτόν τον ορισμό. Ενθουσιασμένος απ’ την επιτυχή Ιταλική «Πορεία προς την Ρώμη» έκρινε πως οι συνθήκες ευνοούσαν ανάλογες επιχειρήσεις και ξεκινώντας απ’ το München κατέστρωσε σχέδιο κατάληψης της τοπικής κυβέρνησης της Βαυαρίας, η οποία είχε την μεγαλύτερη ακροδεξιά βάση στη χώρα, και με πορεία προς το Berlin την εγκαθίδρυση εθνικιστικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Στις 8 Νοεμβρίου 1923 χάρη στη καλή οργάνωση του κόμματος του – το οποίο είχε ήδη δεκάδες χιλιάδες οπαδούς – τους ένοπλους SA {Τάγματα Εφόδου} και τον μεγάλο στρατιωτικό ηγέτη του πολέμου Erich Ludendorff τον οποίο προσεταιρίστηκε, περικυκλώνει μια μπυραρία, την Löwenbräukeller, όπου η ηγεσία της Βαυαρικής κυβέρνησης έχει συνάντηση με επιχειρηματίες’ επιχειρεί να τη συλλάβει και να επιβάλλει τους όρους του, μπλοφάροντας πως ήδη είχε καταλάβει όλα τα κομβικά σημεία και έπρεπε να παραδοθούν, ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούσαν να επιβληθούν στους στρατώνες και στα αστυνομικά σώματα. Δύο παλιά μέλη των Freikorps, ο Ernst Röhm – αρχηγός των SA -  κατέλαβε το Υπ.Πολέμου και ο Rudolf Heß είχε σχέδιο σύλληψης αριστερών ηγετών και άλλων αντιφρονούντων. Η κεντρική όμως κυβέρνηση πληροφορείται έγκαιρα τις κινήσεις αφού δεν είχαν προνοήσει να κόψουν τις τηλεπικοινωνίες. Την επομένη κατά τη διάρκεια παρέλασης με επικεφαλής τους Hitler και Ludendorff οι αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν μείνει πιστές στην κεντρική κυβέρνηση, τους σταματούν στην Odeonsplatz και τους καλούν να παραδοθούν, πράγμα το οποίο δεν έγινε δεκτό από μέρους τους κι έπειτα είτε από πιθανή πρόκληση τους, είτε απ’ τις προειδοποιητικές βολές της αστυνομίας και ανταπάντηση των Ταγμάτων Εφόδου, γίνεται μάχη με νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Ο ίδιος ο Hitler παρασύρθηκε από πεσμένο σύντροφό του και με εξαρθρωμένο ώμο φυγαδεύεται, δε γλυτώνει όμως τη σύλληψη τρεις μέρες μετά. Η δίκη που ακολούθησε στις αρχές του 1924, ήταν ένα μεγάλο πολιτικό γεγονός που δε στηλίτευσε αλλά ευνόησε κι έκανε ακόμα πιο γνωστή την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα. Οι δικαστές ευνοϊκά διακείμενοι προς αυτούς τους τιμώρησαν μεν για στάση αλλά τους αντιμετώπισαν ως παρασυρόμενους οι οποίοι είχαν αγαθές προθέσεις. Ο στρατηγός απαλλάχτηκε εντελώς, ενώ ο αρχηγός του κινήματος Adolf Hitler τιμωρήθηκε ήπια σε 5ετη φυλάκιση στις ειδικές φυλακές Landsberg am Lech, όπου είχε την ευκαιρία να συγγράψει με τη βοήθεια του Heß το έργο ‘Ο αγώνας μου’ {Mein Kampf}, «Βίβλο» του Εθνικοσοσιαλισμού.Τελικά απολύθηκε με χάρη τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους, εκτίοντας ποινή λίγων μόνο μηνών.




Η περίοδος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης χαρακτηρίζεται εν πρώτοις από μια διάθεση για ξενοιασιά απωθώντας τη θύμηση του πολέμου και την έκρηξη της πρώτης σεξουαλικής απελευθέρωσης. Στις τέχνες το κίνημα που καθόρισε αυτήν την περίοδο δεν είναι άλλος απ’ τον «Γερμανικό Εξπρεσιονισμό» που ξεκινώντας απ’ την δεκαετία του ΄10 στις παραμονές του πολέμου επηρέασε και τον Κινηματογράφο ο οποίος με λιτό τρόπο αποτύπωσε την σκληρή πραγματικότητα της εποχής. Ξεχωριστές ταινίες το «Das Cabinet des Dr. Caligari» {1920 - Robert Wiene}, «Der Golem» {1920 - Paul Wegener}, «Nosferatu, eine Symphonie des Grauens» & «Phantom» {1920 - F. W. Murnau}, «Dr. Mabuse der Spieler» {1922}, «Faust» {1926} & «Metropolis» {1927} [Fritz Lang]. Παράλληλα την ίδια περίοδο έχουμε και την πρώτη κινηματογραφική απόπειρα του Bertolt Brecht με το «Mysterien eines Frisiersalons» {1923}, και την πρώτη Γερμανική ταινία του Alexander Korda «Das unbekannte Morgen» {1923}. Ο εξπρεσιονισμός όμως είναι αυτός που στιγμάτισε την εποχή καθώς θεωρήθηκε προάγγελος της κατάρρευσης αυτής της εύθραυστης Δημοκρατίας, και το απεικόνισε με το σκοτεινό, το ομιχλώδες και το αβέβαιο. Η υπερβολή των εικόνων λειτούργησε ως παραβολή αυτού που κοινωνικά υπέβοσκε μέσα από μεγάλα γεωμετρικά σχήματα και παραμορφωμένα τοπία και προσωπεία. Ο τρόμος διαγράφεται μέσα από την κινηματογραφική γραφή και μας προετοιμάζει για την ισοπέδωση που επίκειται, καθώς επωάζεται το αυγό του φιδιού !





Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

TO ΚΥΝΗΓΙ [LA CAZA, 1966] {κριτικη του Κώστα Τσιναρίδη}

 

Ο φασισμός, ως μορφή διακυβέρνησης, διακηρύσσει το συμβιβασμό συμφερόντων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, χρησιμοποιώντας την καταστολή όταν ο επιθυμητός συμβιβασμός διαταράσσεται. 

Δεν έχει όμως σκοπό την άμβλυνση των οικονομικών ανισοτήτων που δημιουργούν τις τάξεις και τον επακόλουθο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι μία φαινομενική “κοινωνική ειρήνη” υπέρ των οικονομικά ισχυροτέρων. Ωστόσο, αυτό που καταπιέζεται συνειδητά σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, μετουσιώνεται σε βίαιη σύγκρουση στην καθημερινότητα.





Αυτή ήταν η κοινωνική πραγματικότητα στην οποία έζησε για 36 χρόνια η Ισπανία, υπό το καθεστώς του Φράνκο. Ο Σάουρα την απεικονίζει εμπνευσμένα στην ταινία του.

Τρεις πρώην Φαλαγγίτες ξεκινούν για κυνήγι στην ύπαιθρο, εκεί που πριν 30 χρόνια πολέμησαν ενάντια στους Δημοκρατικούς. Ο φαληρημένος γαιοκτήμονας Χοσέ (Ίσμαελ Μέρλο), που οργάνωσε το κυνήγι, έχει σκοπό να ζητήσει δανεικά από τον Πάκο (Αλφρέδο Μάγιο), τον οποίο βοήθησε παλιότερα να καταξιωθεί ως επιχειρηματίας. Ο καιροσκόπος Πάκο, όμως, δε δείχνει πρόθυμος να τον βοηθήσει. Ο τρίτος της παρέας, ο μίζερος Λουίς (Χοσέ Μαρία Πράδα), υφιστάμενος του Χοσέ, τρέφει κρυφό μίσος για τους άλλους δύο εξαιτίας της κοινωνικής τους θέσης. Η ένταση τούς οδηγεί σε βάναυσο ξέσπασμα πάνω στους λαγούς, μιμούμενοι την πολεμική σύγκρουση που είχε εκτυλιχθεί στο ίδιο μέρος. Και επειδή η μίμηση δεν αρκεί, έρχεται αδήριτα και η αληθινή σύγκρουση.

Η πορεία προς το  βίαιο τέλος είναι αναπόφευκτη, μια και οι τρεις “φίλοι” κινούνται μέσα σε ένα πλέγμα μίσους που έχει βαθύτερα κοινωνικοοικονομικά αίτια. Τον παλιό γαιοκτήμονα διαδέχεται, όχι ομαλά, ο βιομήχανος, ενώ ο εργαζόμενος που αρκείται στο ρόλο του “υποτακτικού” δείχνει να έχει χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αυτοπεποίθησης. Είναι γραφτό αυτός ο δρόμος κοινωνικής εξέλιξης να συντριβεί. Μοναδικό θετικό πρότυπο ο φτωχός φύλακας (Φερνάντο Σάντσεζ Πόλακ), που με αξιοπρέπεια συντηρεί την οικογένειά του, ζητώντας δουλειά και όχι ελεημοσύνη.

Ευρηματική δημιουργία, όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά και για την έξυπνη παράκαμψη μιας πολύ αυστηρής λογοκρισίας. Αποτέλεσε δε την προσωπική και καλλιτεχνική σωτηρία του Σάουρα από το καθεστώς του Φράνκο και την εκκίνηση μιας επιτυχημένης διεθνούς καριέρας. Όλα τα μοτίβα των επόμενων ταινιών του εμπεριέχονται σε πρώιμη μορφή εδώ.




* 21-3-2016


,,η Φωτο επιλεχθηκε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !

 


«Είμαι όρθιος» [αφιερωμενο στον Γιώργο Σαρρή] {του Αθανάσιου Αθάνατου}

  Σ' αυτό το ταξίδι, δεν είμαι μοναχός ποτίζω σαν βροχή το κρύο χώμα, του κάθε πάθους σας, θα γίνω συνοδός θα βάλω στο μαυρόασπρο, το χρ...