·
“
I have nothing to offer but blood, toil, tears and sweat”
·
{ Δεν έχω τίποτα να προσφέρω παρά αίμα, μόχθο,
δάκρυα και ιδρώτα}
Μ’ αυτήν τη φράση ο Winston Churchill έδωσε το στίγμα
του στην εναρκτήρια ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων όταν κλήθηκε να
αναλάβει για πρώτη φορά την πρωθυπουργία της χώρας τον Μάιο του 1940, εν καιρώ
πολέμου’ φράση που εμπνεύστηκε προφανώς από ομιλία του Giuseppe Garibaldi
που είχε γίνει ένα αιώνα περίπου νωρίτερα, αυτός όμως την έκανε διάσημη στην
πιο κρίσιμη στιγμή του Ενωμένου Βασιλείου.
Ο Neville Chamberlain τον
οποίο ανικατέστησε είχε κατηγορηθεί για την κατεναυστική του πολιτική, καθώς
και ο επίσης Συντηρητικός προκάτοχός του Stanley Baldwin, όπως και για την
ελλιπή προετοιμασία για την αντιμετώπιση του Γερμανικού κινδύνου. Καθοριστική
απεδείχθη η Συμφωνία του Μονάχου τον Σεπτέμβρη του 1938 με την οποία
παραχωρήθηκε η Σουδητία, εδάφη της Βοημίας και Μοραβίας
όπου κατοικούσαν πολλοί Γερμανοί που εντάχθηκαν στη Τσεχοσλοβακία
με τη χάραξη των συνόρων μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Η Γερμανία
– που είχε ήδη προσαρτήσει απ’ τον Μάρτη την Αυστρία - κατέλαβε τελικά
και την υπόλοιπη Τσεχία τον Μάρτη του 1939, και τότε μόνο το UK ενήργησε
και εγγυήθηκε τα σύνορα της Πολωνίας, όπως έκανε τον επόμενο μήνα για
την Ελλάδα με την κατάληψη της Αλβανίας απ’ την Ιταλία. Τον
Αύγουστο η Σοβιετική Ένωση υπογράφει σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία,
έπειτα απ’ τις ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις με τους Άγγλο-Γάλλους για
κοινό αντιφασιστικό μέτωπο. Την 1η του Σεπτέμβρη οι Γερμανοί,
έπειτα από προβοκάτσια, επιτίθενται στην Πολωνία και μόνο έπειτα από δυο
μέρες το Εν.Βασίλειο και η Γαλλία στέλνουν τελεσίγραφο και είναι
αυτές οι δυνάμεις που θα κηρύξουν επίσημα την έναρξη ενός νέου πολέμου. Τις
επόμενες βδομάδες η Σοβιετική Ένωση ενεργώντας κι αυτή ιμπεριαλιστικά
καταλαμβάνει την ανατολική Πολωνία, τις Βαλτικές χώρες και
επιτίθεται στη Φινλανδία. Παρόλα αυτά το διάστημα μέχρι και την άνοιξη
του 1940, το οποίο πέρασε στην Ιστορία ως «Drôle de guerre» {Αστείος
Πόλεμος}, χαρακτηρίζεται από τη σχετική απραξία και τη διστακτικότητα
των Δυτικών με την ελπίδα ότι οι μάχες θα παρέμεναν στο ανατολικό μέτωπο και θα
μπορούσε να βρεθεί διπλωματική οδός όπως πίστευε ο Λόρδος Χάλιφαξ,
Υπ.Εξωτερικών από διετίας και θιασώτης της τακτικής προσέγγισης της Γερμανίας.
Ταρακουνήθηκαν τότε μόνο όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν τον Blitzkrieg
{πόλεμο-αστραπή} κατά της Δύσης τον Απρίλη με κατάληψη πρώτα της Δανίας
και επίθεση στη Νορβηγία, και κατάληψη του Λουξεμβούργου στις 10
Μαϊου, οπότε ο Βρετανός βασιλιάς George VI – πατέρας της βασίλισσας Elizabeth II - καλεί απρόθυμα τον Churchill
και του αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας’ θα χρειαστεί να
περάσουν χρόνια να πειστεί για την ικανότητα του ανδρός, ο οποίος συν τοις
άλλοις υπήρξε κάποτε υποστηρικτής του αδερφού του Edward VIII.
Ο βίος και η πολιτεία του Churchill
ήταν ήδη αρκετά γνωστή’ Συντηρητικός κατά βάση, είχε παραιτηθεί απ’ το
κόμμα στο παρελθόν και για μια 20ετια πολιτεύονταν με τους Φιλελεύθερους
λόγω διαφωνιών πάνω στα κοινωνικά θέματα, στους οποίους όμως επανήλθε
υποστηρίζοντας ενάντια στις επικρίσεις πως αυτός άλλαζε κόμμα λόγω των απόψεων
του και όχι απόψεις λόγω του κόμματος του. Γιος εύπορης οικογένειας, ο πατέρας
του ήταν Λόρδος με έντονη πολιτική δράση με τους Tory {Συντηρητικούς} και
η Αμερικανίδα μητέρα του ήταν κόρη τραπεζίτη και ιδιοκτήτη της εφημερίδας ‘The
New York Times’. Ο ίδιος αδυνατώντας να μπει στο Πανεπιστήμιο ακολούθησε
στρατιωτική καριέρα ως αξιωματικός του ιππικού. Ταξίδεψε πρώτα ως παρατηρητής
στην Κούβα – από εκεί απέκτησε τη συνήθεια να καπνίζει πούρα – έπειτα
στην Ινδία και στην Αίγυπτο στον πόλεμο του Σουδάν και
αφού απέτυχε να εκλεγεί στις πρώτες εκλογές που έλαβε μέρος, τον Ιούνη του
1899, ακολούθησε καριέρα ανταποκριτή της «Daily Mail» και «The
Morning Post» στη Νότια Αφρική όπου μετέβη για να καλύψει τον 2ο
Πόλεμο των Boers
- των Ολλανδών αποίκων κατά των Βρετανών – όπου φυλακίστηκε ως
αιχμάλωτος πολέμου αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει με τη βοήθεια του στρατηγού Louis Botha, ήρωα του πολέμου
και κατοπινού πρώτου πρωθυπουργού της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης. Το 1900
εκλέγεται για πρώτη φορά και ξεκινά η κοινοβουλευτική του παρουσία που θα
διαρκέσει μέχρι το 1964 όταν θα παραιτηθεί για λόγους υγείας, μερικούς μήνες
πριν απ’ τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 1965.
Παροιμιώδης καλοζωιστής κάποτε
όταν ρωτήθηκε για το μυστικό της μακροζωϊας του είχε απαντήσει «No sports, just whiskey and cigars» {Καθόλου αθλητισμός,
μόνο γουίσκι και πούρα}. Οπαδός της ευγονικής απ’ τα νειάτα του, είχε
μόνο ρατσιστικά σχόλια για τους Ινδούς, τους Παλαιστινίους, τους Ινδιάνους.
Το 1916 δέχεται τις επικρίσεις λόγω της άσχημης κατάληξης της μάχης της Καλλίπολης
και παραιτείται από Υπουργός των Ναυτικών. Το 1919 έχει την ιδέα για τη
δημιουργία Βρετανικού σώματος {Black and Tans} ενάντια στον αγώνα των Ιρλανδών
για ανεξαρτησία {IRA}.
Το 1925 ως υπεύθυνος των οικονομικών επαναφέρει τον ‘Χρυσό κανόνα’ με
αποτέλεσμα τον πληθωρισμό και την ύφεση η οποία συνέπεσε με το κραχ του 1929. Το
μόνο θετικό κυρίως που του αναγνωρίζουν είναι η ενίσχυση του ναυτικού και η
δημιουργία πολεμικής ναυτικής αεροπορίας. Το 1937 έχοντας απ’ την μια ήδη
προειδοποιήσει για τον Γερμανικό επεκτατισμό παράλληλα απ’ την άλλη δηλώνει
στη βουλή “I will not pretend that, if I had to choose between communism
and nazism, I would choose communism” {Δε θα προσποιηθώ πως αν είχα να διαλέξω
ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον ναζισμό, θα διάλεγα τον κομμουνισμό},
καθώς και την πρόθεση του να μπει στο τραπέζι η συζήτηση για επαναφορά στη Γερμανία
των αποικιών της που χάθηκαν στον πόλεμο’ τέλος τον Φλεβάρη του 1938, μετά την
παραίτηση Anthony Eden απ’ το Υπ.Εξωτερικών, δηλώνει την εμπιστοσύνη του
στον βαλλόμενο για τη συγκαταβατικότητά του πρωθυπουργό Chamberlain. Η φήμη λοιπόν που έχει
μέχρι τις παραμονές του πολέμου είναι ενός μάλλον ασταθούς πολιτικού, ανώριμου
και παρορμητικού, τον οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να εμπιστευτεί.
Η παρούσα όμως Kινηματογραφική ταινία καλείται να
προβάλει τον δυναμισμό και την αποφασιστικότητα του ηγέτη. Απ’ την αρχή
διέπεται θα λέγαμε με μια Βρετανικότητα και έναν ιδιαίτερο πατριωτισμό
τον οποίο έχουν μάλλον ανάγκη οι Βρετανοί του σήμερα που ζουν εποχή
κρίσης και Brexit’
άλλωστε αυτό είναι ολοφάνερο και στις καλογυρισμένες σειρές που έχουν
κατακλύσει τελευταία το τηλεοπτικό τοπίο. Μια τέτοια μορφή τους θυμίζει το
μεγαλείο των προγόνων και την λαμπρότητα της κραταιάς Αυτοκρατορίας, όπου δεν
έδυε ο ήλιος ποτέ. Ο Gary Oldman είναι απολαυστικότατος’ με την μεταμόρφωση που του
έγινε και με τον τρόπο ερμηνείας του σε πείθει απόλυτα. Αποδεικνύει απόλυτα πως
δεν είναι αρκετό για έναν ηθοποιό να κρατά ένα πούρο και ένα ποτήρι με ποτό για
να πλησιάσει τον ρόλο, αλλά πρέπει να πιάσει το ύφος, το βλέμμα και να βγάλει
μια εσωτερικότητα που εν αντιθέσει με τον Brian Cox στο ‘Churchill’
της ίδιας χρονιάς που μοιάζει να παίζει τον τύπο, αυτός γίνεται ο «Τύπος»
δημιουργώντας μια έκπληκτη αυταπάτη. Απ’ την μια αφήνεσαι μέσα στην ιστορική
αφήγηση και απ’ την άλλη προσπαθείς να αποστασιοποιηθείς παρακολουθώντας από
μακριά το όλο κλίμα. Ο πρωταγωνιστής είναι και ο βασικός χαρακτήρας σε τελική
ανάλυση αφού φαίνεται απλώς να πλαισιώνεται απ’ τους υπόλοιπους ηθοποιούς, που
τους διάλεξαν ομολογουμένως να μοιάζουν εμφανισιακά αρκετά μ’ αυτούς που
ενσάρκωναν. Αποκρύπτωντας τις αρνητικές πτυχές του παρελθόντος παρουσιάζει τον Churchill
απλώς με αδυναμίες και παραξενιές. Σε γενικές γραμμές όμως λεπτομέρειες που
παρουσιάζονται είναι αληθινές’ όντως έπαιρνε αργά το πρωϊ στο κρεβάτι του το
πρωϊνό του – κι εδώ υπόμνηση Βρετανικότητας - διαβάζοντας εφημερίδες και
διακπεραιώνοντας εργασία. Δεν πρόσεχε τη διατροφικές του συνήθειες, είχε
οικονομικά προβλήματα αφού έφτασε κάποτε μέχρι την χρεωκοπία, η ιδιαίτερη σχέση
με τη γυναίκα του με την οποία έκαναν 5 παιδιά – είχαν χάσει ένα κορίτσι – και
η αλαζονική του συμπεριφορά. Το περιστατικό που αναφέρεται στον υπόγειο είναι
σαφώς μυθοπλασία που προσπαθεί να δώσει έναν τόνο ευαισθησίας και συγκίνησης αν
και όντως χρησιμοποιούσε κάποιες φορές το μέσο, και η θυμωμένη του απάντηση “Μη
με διακόπτεις, όταν σε διακόπτω” είναι αληθινή αλλά την είχε δώσει
κάποτε σε μια λογομαχία με τον μοναχογιό του Randolph. Ο δημιουργός βάζει
τέτοια μικρά κομμάτια τα οποία χρησιμοποιεί και σαν απάντηση στους δύσπιστους –
όπως εγώ – θεατές, με χαρακτηριστική την οργισμένη δικαιολογία του για την Καλλίπολη.
Αξιόλογες μεταφορές του Churchill
στο παρελθόν έχουν γίνει στο «Young Churchill» {1972} του Richard Attenborough με τον Simon Ward
ο οποίος είχε τη μεγαλύτερη φυσική ομοιότητα από κάθε άλλον, «The Gathering Storm» {1974} με τον Richard
Burton - τίτλος δανεισμένος απ’ τον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων του - ο
οποίος δεν του φέρνει και περνά μάλλον το προσωπικό του ύφος και γοητεία σε
βάρος του ρόλου και η επανάληψη το 2002 με τον Albert Finney που είναι
πολύ καλός και τέλος το πέρασμα που κάνει στο «The King's Speech» {2010} με
έναν επίσης πειστικό Timothy Spall.
Η μεροληπτική ματιά των
δημιουργών δεν μετριάζει το συνολικό αποτέλεσμα. Ο σκηνοθέτης Joe Wright
που είναι γνωστός κυρίως για το ‘Pride & Prejudice’ {2005},
αλλά και για τα ‘Atonement’ {2007} και ‘Anna Karenina’
{2012}, δίνει εδώ τις πραγματικές διαστάσεις ενός πολιτικού film αναδεικνύοντας την
κοινοβουλευτική ατμόσφαιρα, εκφράζοντας την αγωνία και την κρισιμότητα της
κατάστασης όπου επιβάλλεται η άμεση λήψη αποφάσεων. Πλέκει έντεχνα την πολιτική
κρίση με τη συνεχόμενη Γερμανική επίθεση’ στις 14 Μάη καταλαμβάνονται οι
Κάτω Χώρες και στις 26 του μηνός αρχίζει η μάχη και εκκένωση της Dunkirk με την επιχείρηση
Dynamo
που είναι και η πρώτη δραστική του απόφαση του νέου πρωθυπουργού, με την
επιστράτευση πολιτικών πλοιαρίων για την μεταφορά των στρατιωτών απ΄το πεδίο
των μαχών στην ασφαλή, προς το παρόν, Βρετανική νήσο. Ένα 10-15% των
στρατιωτών αναμένονταν να γυρίσουν απ’ τους 400.000 συνολικά Βρετανούς
και Γάλλους αμυνόμενους και η λαϊκή κινητοποίηση, η οποία δίνεται
διθυραμβικά κυρίως στην ταινία ‘Dunkirk’ της ίδιας χρονιάς ,
κατορθώνει να ανατρέψει επακριβώς αυτό το ποσοστό.
Ο Churchill – Τσέρτσιλ
προφέρεται, αν και είθισται να αναγράφεται Τσώρτσιλ - είχε πει
πως η Ιστορία θα είναι καλή μαζί του γιατί είχε σκοπό να τη γράψει ο
ίδιος, κάτι που του χάρισε και το Νόμπελ λογοτεχνίας. Αυτά που δε θα δείτε στα
γραπτά του, ούτε και στην ταινία η οποία σταματά σε ένα σημείο που εξαίρει τον
πολιτικό άνδρα και δυναμώνει ακόμα περισσότερο τον μύθο του μέσα απ’ την
ρητορική του δεινότητα, μέσα απ’ το V for Victory – προς τιμήν τους
δείχνουν πως δεν είναι επινόηση του – είναι η κυνικότητα που επέδειξε και ως
ηγέτης. Πρώτα το 1943 προκαλεί τον λιμό της Βεγγάλης με την απόφαση του
να τροφοδοτήσει αποκλειστικά τα Βρετανικά στρατεύματα και να πεθάνουν
απο ασιτία 4 εκατομμύρια περίπου Ινδοί. Μια σκληρή απόφαση ήταν επίσης η
βύθιση του Γαλλικού στόλου της Μεσογείου με τον χαμό 3.000 ανδρών
για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος εκμετάλευσης του απ’ τον Άξονα. Την ίδια
περίοδο, έχοντας ήδη νιώσει ασφαλής με την είσοδο στον πόλεμο των Σοβιετικών
και των Αμερικάνων, αρνείται να ανοίξει δεύτερο μέτωπο στα δυτικά με
σκοπό την αποδυνάμωση του Κόκκινου Στρατού. Τον Δεκέμβρη του 1944, κατά
τη διάρκεια του πολέμου ακόμα, με τη συνεργασία της εξόριστης φιλοβρετανικής Ελληνικής
κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου καταφέρεται κατά των ανταρτών του ΕΛ.Α.Σ
– καλώντας χαρακτηριστικά τον στρατηγό Ronald Scobie να μη διστάσει να
φερθεί σαν να βρισκόταν σε κατεχόμενη πόλη όπου είναι εν εξελίξει τοπική
εξέγερση – με αποτέλεσμα τη δημιουργία χάους στην πρόσφατα απελευθερωμένη Αθήνα,
με νεκρούς και τραυματίες αλλά και βαρύτατες πολιτικές συνέπειες με την απαρχή
ενός εμφύλιου που θα λήξει 5 χρόνια μετά, στην ήδη κατεστραμμένη Ελλάδα .Ο
βομβαρδισμός της Δρέσδης στο τέλος του πολέμου θεωρήθηκε επίσης μια
βάρβαρη απόφαση όπου θεωρήθηκε συνυπεύθυνος. Τέλος, εκτός απ’ τις δεδομένες
αυτοκρατορικές του απόψεις και την εναντίωση του στα αντι-αποικιοκρατικά
κινήματα – ήταν έντονη η δυσφορία του για τον Mahatma Gandhi – το 1946 με την περίφημη
ομιλία του στο Fulton του Missouri στις Ε.Π.Α κηρύσσει
ουσιαστικά τον «Ψυχρό Πόλεμο» με την προβολή του κομμουνιστικού
κινδύνου που ενσάρκωνε η Σοβιετική Ένωση.
Η προσωπικότητα του αλλά και η Κινηματογραφική
άποψη προσφέρεται, αν μη τι άλλο, για προβληματισμό. Ήρωας ή κάθαρμα, ένας
πατριώτης του «ελεύθερου» κόσμου ή ένας αμοραλιστής παλιομοδίτης
εκπρόσωπος των Αριστοκρατών και της Μεγαλοαστικής τάξης
που μέσω του πολέμου αντιτίθεται σθεναρά σε όσους επιβουλεύονται τα κεκτημένα
τους και την τάξη πραγμάτων που έχει επιβληθεί. Η Ιστορία δεν έχει ηθική, ούτε
οι λαοί νοούμενοι ως μάζα εν αντιθέσει με τα μεμονωμένα άτομα που θέτουν
κανόνες και Αρχές. Ο Churchill κλήθηκε να παίξει τον ρόλο του
ηγέτη και αυτό έκανε παίζοντας ένα επικίνδυνο γεμάτο ρίσκα πολιτικό παιχνίδι. Είχε
να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο δίλημμα’ να δεχθεί τους όρους ειρήνης του Hitler αποδεχόμενος
το γεγονός πως η χώρα του θα έχανε τα πρωτεία και θα γινόταν εξαρτημένη απ’
τους Γερμανούς με όφελος ακεραιότητα και σώσιμο ζωών, αποικιών, κερδών ή
να αποφασίσει να πολεμήσει μόνος εκείνη τη στιγμή σε μια μάχη που φαινόταν
χαμένη με σύνθημα το όλα ή τίποτα. Επέλεξε το δεύτερο, «τζόγαρε» όπως όλοι οι
μεγάλοι πολιτικοί και τελικά κέρδισε {;}. Ο «Πατέρας της νίκης» είδε το UK να χάνει μαζί με τις
αποικίες και την παλιά του αίγλη, τις U.S.A & CCCΡ να γίνονται το νέο
μεγάλο δίπολο στον μεταπολεμικό κόσμο και ο ίδιος να χάνει τις εκλογές διότι οι
ψηφοφόροι θεώρησαν πως δεν ήταν καιρός για μάχες αλλά για ανασυγκρότηση. Επανήλθε
στην πρωθυπουργία, απέκτησε τον τίτλο του sir και παρόλη την επιβαρυμένη
υγεία του συνέχισε μέχρι τα 90 να πίνει, να καπνίζει, να ταξιδεύει, να γράφει,
να ζωγραφίζει και να απολαμβάνει εν ζωή τον μύθο του.
“Success is not final, failure is not fatal… it
is the courage to continue that counts”
{Η επιτυχία δεν είναι
τελική, η αποτυχία δεν είναι μοιραία…
είναι το θάρρος να
συνεχίσεις που μετράει} !






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου