Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος έφτασε επιτέλους εκείνη η λαμπρή περίοδος στο τέλος του έτους όπου ο Άρχοντας της πόλης προέτρεψε τους υπηκόους του να προμηθευτούν όσα περισσότερα δέντρα μπορούσαν για να στολίσουν και να δοξάσουν την Πολιτεία, αλλά και να ευχαριστήσουν την Μεγαλειότητά του που τόσα καλά τους είχε χαρίσει όλον αυτόν τον χρόνο προσφέροντας εργασία, διαμονή και το πλεονέκτημα να ζουν σε ένα ευνομούμενο περιβάλλον το οποίο το διέπουν οι κανόνες και οι νόμοι που ο ίδιος είχε θεσπίσει.
Μάλιστα προσέφερε και αρκετές ημέρες αργία, για να καταναλώσουν
και να πιούν στην υγειά του αφέντη και ευεργέτη τους, τις εορταστικές μέρες που
θα έρχονταν. Το σπουδαιότερο, φυσικά, απ’ τα δέντρα προορίζονταν να τοποθετηθεί
στο Μέγαρο που βρισκόταν στο κέντρο της μεγάλης και λαμπρής Πολιτείας – στην
πλατεία Καλλιθέας, αρκούντως ψηλά έτσι ώστε να παρακολουθείται απ’ τους
τυχερούς κατοίκους της που ανέπνεαν τον ίδιο αέρα με την αρχοντιά του. Φέτος
είχε την έμπνευση – στην προσπάθειά του να πολεμήσει την πλήξη του αλλά και να
κρατά σε εγρήγορση τους πάντες - να
θεσπίσει έναν πρωτότυπο διαγωνισμό. Όποιος θα ανακάλυπτε λοιπόν αυτό το
μοναδικό δέντρο – όχι πολύ μικρό, όχι πολύ μεγάλο, τόσο πράσινο όσο πρέπει - θα
ήταν ο ευνοημένος της χρονιάς’ δώρα θα τον πλημμύριζαν, φόροι θα μειώνονταν και
τιμές θα τον γέμιζαν για το υπόλοιπο του χρόνου.
Αντιλαμβάνεστε
αγαπητοί μου αναγνώστες τον ενθουσιασμό και την αίσθηση ευθύνης που κυρίευσε
τους χιλιάδες των μελών αυτής της ιδιαίτερης κοινωνίας όσον αφορά την ανεύρεση
του μοναδικού αυτού δέντρου το οποίο θα ικανοποιούσε τον πολυχρονεμένο τους
πρώτο Πολίτη τους. Πόσο δυστυχείς θα αισθάνονταν εάν φαινόταν τόσο λίγοι και
ανίκανοι να εξασφαλίσουν το καλύτερο για την ηγεσία του τόπου τους. Όσοι όμως
ξεχύθηκαν δεν μπόρεσαν στο παραμικρό να ευχαριστήσουν τον Άρχοντα. Πάντοτε κάτι
έλειπε κι εκείνος στεκόταν σιωπηλός και απογοητευμένος, πράγμα που έκανε όλους
να αισθάνονται βαρύτατη ντροπή και ενοχή γι’ αυτή τους την έλλειψη.
Εν τω μεταξύ
ο σωρός που είχε μαζευτεί στον περίβολο του Μεγάρου προς επιθεώρηση άρχισε να
μαραίνεται, να σαπίζει και να ξεφλουδίζεται δημιουργώντας ένα αποτρόπαιο θέαμα,
όπως και η ανεξέλεγκτη υλοτομία που είχε αφήσει τα σημάδια της στο
κουτσουρεμένο πλέον δασύλλιο το οποίο αφήνονταν στην ομορφότερη πλαγιά έξω απ’
τα όρια της πόλης. Όλα τα ζώα και τα πουλιά τρομαγμένα και αναστατωμένα απ’ την
υπέρμετρη αυτή δραστηριότητα, απομακρύνθηκαν και κούρνιασαν γύρω απ’ το
μεγαλύτερο και επιβλητικότερο δέντρο έξω απ’ την πολιτεία στο κτήμα ενός
γέροντα όπου ζούσε με την οικογένειά του.
Μόλις έφτασε
στα αυτιά του Άρχοντα από τους καλοθελητές η πληροφορία για την ύπαρξη αυτού
του δέντρου αμέσως διέταξε να του φέρουν μπροστά του τον ιδιοκτήτη να υποβάλλει
τα σέβη στην αυτού εξοχότητά του και να
τον προστάξει να κόψει και να μεταφέρει το δέντρο άμεσα έτσι ώστε να τεθεί σε
κοινή θέα. Αυτός όμως αποκρίθηκε στους αγγελιαφόρους πως δε γίνεται να
εγκαταλείψει τη γη του, μιας και ποτέ του δεν το ‘χε κάνει ως τότε και θεωρούσε
πως θα ‘σπαζε την μακρόχρονη παράδοση του. Κοινοποίησε όμως προς τον Άρχοντα, πως είναι ευπρόσδεκτος και καλώς
να ορίσει εκείνος και να κάνει την επίσκεψή του όπως και όποτε αυτός επιθυμεί.
Ταράχτηκε τότε εκείνος, αφού δεν είχε ματαξαναγίνει κάποιος να του αρνηθεί
οτιδήποτε, θεώρησε όμως πως θα ‘κανε καλό στην εικόνα του να δείξει μεγαλοψυχία
τούτες τις μέρες όπου όλοι γέμιζαν με έντονα συναισθήματα’ επίσης περίεργος
καθώς ήτανε αποφάσισε να μεταβεί στην περιοχή Γαλήνη – έτσι την αποκαλούσαν οι
περίοικοι – με σκοπό να γνωρίσει και να συνετίσει τον ανυπάκουο ιθαγενή.
Βγήκε το
λοιπόν απ’ τα όρια της πόλης πάνω στ’ όμορφο και στολισμένο άλογό του μετά της
κουστωδίας του και ευθύς ενεφανίσθη μπροστά σε κάποιον που δεν του φάνηκε ιδιαίτερα
σημαντικός, ο οποίος σκάλιζε και πότιζε ατάραχος παρόλη τη σκόνη και οχλοβοή
που προκάλεσε με την παρουσία του.
-
Σύρε
και κάλεσε τον αφέντη σου, του είπε
-
Εδώ
δεν υπάρχει αφέντης , του αποκρίθηκε, αλλά αν ζητάς κάποιον να μιλήσεις εγώ
βρίσκομαι μπροστά σου… ο γηραιότερος αλλά και υπεύθυνος στο κτήμα.
-
Εγώ
είμαι ο Άρχων αυτού του τόπου και θά ‘πρεπε δέος και αισχύνη να σου προκαλεί
αυτή και μόνο η παρουσία μου, του επιτέθηκε αμέσως, που ‘χεις το λαμπρότερο
δέντρο του τόπου και δεν αποκρίθηκες στο κάλεσμα μου να το παραδώσεις ευθύς
αμέσως στις αρχές.
-
Ντροπή
μεγάλη θα θεωρούσα να καταστρέψω και να ρημάξω αυτόν τον τόπο όπου μου δίνει
ψωμί και αγαλλίαση σε μένα και τους απογόνους μου.
-
Δε
φοβάσαι την οργή μου ;
-
Όχι…
μόνο τον καιρό φοβάμαι, τα σύννεφα και τη βροχή, τον άνεμο τον μανιασμένο, τον
ήλιο που καίει αλύπητα, αλλά κι αυτό θέλημα της Φύσης είναι και το αποδέχομαι
με καρτερία.
-
Δεν
παραδειγματίζεσαι από τους συμπολίτες σου;
-
Τους
σκέπτομαι κι αυτούς και τους λυπούμαι ώρες-ώρες, αλλά ουδόλως τους ζηλεύω μέσα
στην - με το στανιό - ψεύτικη χλιδή όπως την καλοπληρωμένη φτιαχτή διασκέδαση
και ικανοποίηση τους. Χάνουν έτσι όλη την Φυσική απλότητα που μας χαρίστηκε
απλόχερα και εσαεί.
-
Δεν
λυπάσαι για τη ζωή σου έρμε ;
-
Εάν
πρέπει να λυπηθώ για κάτι μόνο είναι για όσα δεν πρόλαβα να κάνω ακόμα κι αν
μου πάρεις τη ζωή δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ. Αλλά είμαι έτοιμος για το
αναπόφευκτο τέλος εδώ και καιρό’ έτσι κι αλλιώς αυτό προστάζει η Φύση.
-
Νομίζεις
γέροντα κουτέ πως σ’ αυτή τη ζωή είμαστε όλοι ίσοι και όμοιοι; Και τα δάχτυλα
του χεριού ακόμα ξεχωρίζουν. Αυτό έχει οριστεί απ' τις απαρχές του κόσμου
ετούτου, όπου χωρίζεται σ’ αυτούς που ορίζουν και σ’ αυτούς που υπακούουν, σ’
αυτούς που εξουσιάζουν και σ’ αυτούς που εξουσιάζονται, στους προστάτες και σ’
αυτούς που τους υπηρετούν. Εάν πάψεις να είσαι ανυπάκουος και αναιδής προς την
ανωτέρα αρχή, τότε είμαι πρόθυμος να σε απαλλάξω μια για πάντα απ’ τον φόβο,
απ’ την τρομερή οργή που μπορεί να πέσει πάνω σου, απ΄ την ντροπή του
κοινωνικού σου περίγυρου και θα σου χαρίσω το προνόμιο να ζήσεις ήσυχα και
μόνος σου σ’ αυτήν την απομακρυσμένη γωνιά της Πολιτείας μου.
- Άρχοντα
της πόλης, ένα θέλω να σου πω και να το εννοήσεις… δεν είσαι Κύριος του φόβου
μου, της ντροπής και της ζωής μου. Εάν κάνεις όλα αυτά που απειλείς, απάνω σου
θα πέσει η οργή των πολιτών, η ντροπή της Ιστορίας θα σε στιγματίσει και η ζωή
σου ακόμα - ακόμα και αν κανείς δεν προσπαθήσει να στην αφαιρέσει - θα ‘ναι
μάταιη από ‘δω και πέρα. Μέρη του σύμπαντος όλοι στεκόμαστε μπροστά στη σοφία
της συγκυρίας.
Μέσα σ’ έναν
κυκεώνα ύβρεων γεμάτα κατάρες και άλλες ανομολόγητες πράξεις, ο Άρχοντας
αποχώρησε περιφρονητικά μαζί με τους παρατρεχάμενούς του και διέταξε ευθύς
αμέσως τείχη πελώρια να υψωθούν γύρω απ’ την Πολιτεία’ όσοι πλέον
επιθυμούσαν την ασφάλεια και τον τρόπο
ζωής που εκείνος είχε ορίσει εδώ και τόσα χρόνια, μπορούσαν ανενόχλητοι να
πορευτούν, κεκλεισμένων όμως των θυρών.
Η Πολιτεία
έτσι όμως περιορίστηκε’ βαρύς ο ουρανός απάνω απ’ τα κεφάλια τους και η
περιρρέουσα ατμόσφαιρα πνιγηρή και εξαντλητική. Οι διδαχές ξύλινες, οι
διασκεδάσεις πλαστικές και τα δέντρα κι αυτά νεκρά και φτιασιδωμένα όπως οι
μορφές των απελπισμένων ανθρώπων. Με τον καιρό όλο και κάποιος τολμούσε και
πηδούσε τα τείχη ξέφευγε και χανόταν κατά το άγνωστο μέσα στο δάσος, όπου εν τέλει εύρισκε απάγκιο μαζί με όλους τους
άλλους αποστάτες κοντά στο φιλόξενο κτήμα του γέροντα γύρω απ’ το επιβλητικό, πανύψηλο
δέντρο όπου περήφανα υψώνονταν με την κορυφή του να ξεχωρίζει, μόνο όμως για
όσους έχουν μάτια να την δουν και αυτιά να ακούσουν το κελάηδημα που κάνουν τα
πουλιά στα κλαριά του.. έτσι ευτυχισμένα καθώς στέκονται, θαρρώ πως κάτι σαν
«Ελευθερία» τιτιβίζουν.











