Η σειρά του Τζέιμς Μποντ ξεκίνησε
πριν πολλές δεκαετίες και διαθέτει μέχρι σήμερα το κοινό της, αν και η
δημοφιλία της εμφανίζεται βαθμηδόν μειούμενη {κάτι που δεν συμβαίνει με άλλες
σειρές ταινιών, όπως το Star Wars ή τους πιο
πρόσφατους Πειρατές της Καραϊβικής}. Χαρακτηριστικό της πλέον είναι τα γκάτζετ και τα ειδικά εφέ, ενώ η πλοκή είναι
πάντα δαιδαλώδης. Ήταν όμως πάντα έτσι; Ας πάρουμε τις ταινίες από την αρχή,
από την εποχή του Σον Κόνερι, ώστε να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τις ρίζες και
τη μετέπειτα εξέλιξη του φαινομένου.
Ως γνωστόν, ο ήρωας πρωτοεμφανίστηκε σε λογοτεχνικό επίπεδο από τα κατασκοπικά μυθιστορήματα του Ιαν Φλέμινγκ. Εδώ σκιαγραφείται ένας πράκτορας ιδιαίτερα μυστικοπαθής {έως νευρωτικός}, πιστός στα ιδανικά της {καταρρέουσας τότε} Βρετανικής Αυτοκρατορίας, εχθρός κάθε προοδευτικής ιδέας και κτηνώδης στις μεθόδους του. Σίγουρα δεν είναι συμπαθής χαρακτήρας, παρότι ο συγγραφέας διάκειται ευμενώς απέναντί του. Τα παραπάνω δεν εμπόδισαν τα βιβλία του Φλέμινγκ να γίνουν εκδοτικές επιτυχίες, ιδίως στην Αγγλία, όπου το κοινό είδε στον ήρωα ένα στιβαρό πρότυπο εθνικών αξιών σε μια εποχή όπου η Βρετανία αποτελούσε παραγκωνισμένη δύναμη στο διεθνές πεδίο του Ψυχρού Πολέμου. Φυσικό ήταν να αρχίσουν και οι συζητήσεις για τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη.
Πρώτοι οι παραγωγοί Άλμπερτ Μπρόκολι και Χάρι
Σάλτσμαν {Αμερικανοί που δούλευαν στη Βρετανία} αποφάσισαν να εξετάσουν
το ενδεχόμενο. Προβληματίστηκαν ιδιαίτερα, αφενός από το έντονα ψυχροπολεμικό
περιεχόμενο {που αυτομάτως απέκλειε τους θεατές αριστερής ιδεολογικής
τοποθέτησης}, αφετέρου από το εθνικιστικό βρετανικό αίσθημα {που στερούσε τη
δυνατότητα διεθνούς διανομής}. Έπρεπε, επομένως, να πραγματοποιηθεί μια
υπέρβαση των παραπάνω στοιχείων αν ήθελαν να είναι επιτυχημένο το εγχείρημα.
Έτσι, ανατέθηκε στον ταλαντούχο σεναριογράφο Ρίτσαρντ Μέιμπουμ η συγγραφή του
σεναρίου του Δόκτωρ
Νο (Dr. No,
1962). Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Τέρενς Γιάνγκ, ένας θεωρούμενος μέχρι τότε
ακαδημαϊκός σκηνοθέτης, και τον πρωταγωνιστικό ρόλο ο άσημος τότε Σον Κόνερι.
Ο Δόκτωρ Νο ήταν μια
παραγωγή με όλα τα στοιχεία του b-movie, που κανείς δε μπορούσε να φανταστεί
τον πάταγο που θα προκαλούσε. Ο Μέιμπουμ υπηρέτησε τις προθέσεις των παραγωγών,
ενώ πλούτισε το σενάριό του και με νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να
λειτουργήσουν ως σχόλιο για τη «δεύτερη» θέση της Βρετανίας στον Ψυχρό Πόλεμο.
Ο Γιάνγκ το σκηνοθέτησε κριτικά και με σαφήνεια, εισάγοντας κάθε λογής εξωτικά
και επίκαιρα εμπορικά στοιχεία της εποχής, ενώ διαμόρφωσε με επίμονη καθοδήγηση
το ερμηνευτικό στυλ του Κόνερι ως Μποντ. Εδώ ο Μποντ είναι ένας από τους
πολλούς μυστικούς πράκτορες της ΜΙ6, που αναλαμβάνει καθαρά αστυνομικά
καθήκοντα στην Τζαμάικα {από τα τελευταία αποικιακά προπύργια της καταρρέουσας
Βρετανικής Αυτοκρατορίας}. Πρέπει να ερευνήσει τη δολοφονία ενός άλλου μυστικού
πράκτορα, που το αντικείμενο της έρευνάς του δεν ήταν σαφές. Στην περιοχή δρα
και ένας Αμερικανός πράκτορας της CIA {που προφανώς δεν έχει καμιά δουλειά
εκεί}, ο γνωστός Φίλιξ Λάιτερ {Τζακ Λορντ}, που θα αποτελέσει σταθερό στοιχείο
σε όλη τη σειρά. Έτσι, ο Βρετανός πράκτορας είναι υποχρεωμένος να δράσει μέσα
στο ίδιο του το εθνικό έδαφος υπό αμερικανική επιτροπεία. Η αμερικανική
παρουσία εξηγείται τελικά από το ότι στην περιοχή έχουν σημειωθεί ραδιενεργά
παράσιτα που επηρεάζουν αρνητικά τους αμερικανικούς πυραύλους. Και ενώ όλοι
υποψιάζονται το προφανές, ότι δηλαδή τα παράσιτα προκαλούνται από πράκτορες του
ανατολικού μπλοκ {η Κούβα είναι κοντά, εξάλλου}, η έρευνα οδηγεί στον
μυστηριώδη Κινεζογερμανό Δόκτωρ Νο {ο πάντα καλός Τζόζεφ Γουάιζμαν} που
καθοδηγείται από την πρωτάκουστη διεθνή εγκληματική οργάνωση SPECTRE (δηλαδή,
φάντασμα!).
Η ταινία κατάφερε να
ξεπεράσει το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής και να γίνει τεράστια διεθνής
επιτυχία χάρη στην επίκαιρη εμπορικότητά της. Η SPECTRE δεν έχει ιδεολογικό
πρόσημο, οπότε κανείς δε θίγεται. Η δε πλοκή ταίριαξε απόλυτα με την πυραυλική
κρίση της Κούβας και το αίσιο τέλος της μέσα στην ίδια χρονιά, ενώ τα διάφορα
εξωτικά στοιχεία {η αναδυόμενη Ούρσουλα Άντρες, τα γρήγορα αυτοκίνητα, οι
γραφικοί κακοί} βοήθησαν τα μέγιστα στην αποδοχή της από το κοινό, που δε
μπορούσε να εξηγήσει με ακρίβεια τι του άρεσε σε αυτήν.
Οι παραγωγοί δέχτηκαν
τα συγχαρητήρια του Αμερικανού προέδρου Τζον Κένεντι, που εξήρε το υπόγεια
«πυροσβεστικό» κλίμα της ανάμεσα στις δύο μεγάλες υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και
Σοβιετική Ένωση {Ας μην ξεχνάμε ότι ο Κένεντι δέχτηκε τη χείρα φιλίας που του
έτεινε η Σοβιετική Ένωση με την πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης», μια και
διείδε τη μείωση της διεθνούς έντασης και την αποϊδεολογικοποίησή της}. Δήλωσε
δε ότι το αγαπημένο του τζεϊμσμποντικό μυθιστόρημα ήταν το Από τη Ρωσία με αγάπη. Ήταν
προφανές ότι οι παραγωγοί, που ήθελαν να επαναλάβουν την επιτυχία τους, θα
επέλεγαν αυτό για το επόμενο σενάριό τους.
| Daniela Bianchi |
Το Από τη Ρωσία με αγάπη είναι
πραγματικά μια σπουδαία ταινία, όχι μόνο χάρη στις πολιτικές ισορροπίες που
κρατάει, αλλά και αισθητικά. Οι Σοβιετικοί πράκτορες είναι ειλικρινά ταγμένοι
στο καθήκον, όπως και ο Μποντ, ενώ οι πράξεις τους δικαιολογούνται μια και
είναι θύματα στην ίδια παγίδα. Οι μέθοδοι και των μεν και των δε είναι ίδιες,
οπότε η ταινία δεν μεροληπτεί υπέρ κανενός. Φυσικά, η πλοκή κινείται από τον
πρωταγωνιστή Μποντ, αλλά και το κοινό αντίθετης ιδεολογικής τοποθέτησης μπορεί
να νιώσει άνετα π.χ με τις σκηνές στη Σοβιετική πρεσβεία με τα πορτρέτα του
Λένιν και του Γκαγκάριν στον τοίχο, τα σφυροδρέπανα κλπ. Ακόμα και ο τίτλος
είναι χαρακτηριστικός: Η Ρωσία της σύγχρονης εποχής δεν είναι πλέον κακιά, μας
αγαπάει και μάλιστα μας προμηθεύει και λαχταριστά κορίτσια!Στο Από τη Ρωσία με αγάπη (From Russia with love, 1963), που χρησιμοποιεί το
ίδιο επιτελείο με την προηγούμενη ταινία, ο κακός είναι εξαρχής η SPECTRE, που
ζητάει εκδίκηση για τον Δόκτορα Νο. Προτείνει ως δόλωμα για την ΜΙ6 και τον
Μποντ την αποστασία μιας υπαλλήλου της σοβιετικής πρεσβείας στην
Κωνσταντινούπολη, η οποία δε γνωρίζει ότι βρίσκεται στα χέρια της SPECTRE και
νομίζει πως δρα έτσι για τα εθνικά της συμφέροντα. Εδώ ο Μποντ αναλαμβάνει μια
αποστολή σε ξένο έδαφος, ερχόμενος σε αρχική κόντρα με τον κατ’ εξοχήν εχθρό των
ΗΠΑ, μια αποστολή που κανονικά θα έπρεπε να φέρουν εις πέρας οι ίδιοι οι
Αμερικανοί. Η δε δράση του δεν συμβαίνει στην πρωτεύουσα Άγκυρα, αλλά στην
Κωνσταντινούπολη, που του δίνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από τους
Αμερικάνους πάτρονές του. Στη ρητορική ερώτηση της «κακιάς» Ρόζα Κλεμπ {η
σπουδαία Λότε Λένια} «ποιον θα υποψιαστούν οι Ρώσοι παρά τους Βρετανούς;», η
απάντηση που δεν ακούγεται μοιάζει προφανής, όσο και σαρκαστική: Μα, τους
Αμερικάνους! Η πληγωμένη βρετανική υπερηφάνεια λόγω του τέλους της
αποικιοκρατίας αποκαθίσταται και η Βρετανία αποτινάζει την αμερικανική
επιτροπεία, έστω και φαντασιακά. Ο δε αρχηγός του τουρκικού υποτμήματος της
ΜΙ6, Αλή Κερίμ (ο υπέροχος Πέντρο Αρμεντάρις), είναι ένας συμπαθής
μικροαπατεώνας πιστός στα βρετανικά συμφέροντα ακόμα πριν από τον πόλεμο {σε
όλες τις ταινίες της σειράς, τα τοπικά υποτμήματα της ΜΙ6 βρίσκονται στις
συμπρωτεύουσες και όχι στις πρωτεύουσες, όπου εδρεύει η αμερικανική CIA}. Ο
Μποντ ανακαλύπτει τελικά την πλεκτάνη, που πίσω της βρίσκεται η
αποϊδεολογικοποιημένη SPECTRE και όχι η σοβιετική KGB, και φυσικά ξεφεύγει από
τα δίχτυα της.
Ωστόσο, το μεγάλο επίτευγμα
της ταινίας είναι ότι κατορθώνει υπό την υποδειγματική σκηνοθεσία του Γιάνγκ να
δημιουργήσει ένα πραγματικά Χιτσκοκικό σασπένς {όπως στις σκηνές στο Όριαν
εξπρές, θυμίζοντας το Η
κυρία εξαφανίζεται} και να αποσπάσει ερμηνείες και πλάνα που
παραμένουν χαρακτηριστικά μέχρι σήμερα.
Ο πρόεδρος Κένεντι
δήλωσε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και, κατά τραγική ειρωνεία,
το Από τη Ρωσία με αγάπη ήταν
και η τελευταία ταινία που παρακολούθησε, μια και μετά από λίγο καιρό
δολοφονήθηκε.
Οι παραγωγοί Μπρόκολι
και Σάλτσμαν αποφάσισαν να περάσουν στο νέο τους τολμηρό βήμα: Να μεταφέρουν τη
δράση του Μποντ μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ. Για τη νέα τους ταινία Ο Χρυσοδάκτυλος (Goldfinger, 1964) επιλέχθηκε ως
σκηνοθέτης ο Γκάι Χάμιλτον, που ως άξονα πολλών ταινιών του τοποθετούσε την
σαρκαστική αντιπαράθεση του βρετανικού σνομπισμού με τις διάφορες ξένες
κουλτούρες. Επόμενο ήταν το νέο σταθερό στοιχείο που εισήχθη στη σειρά να είναι
το σαρδόνιο χιούμορ. Ο
Χρυσοδάκτυλος είναι ουσιαστικά μια σαρκαστική κωμωδία, με
τον Κόνερι ως Μποντ να προσπαθεί να σταματήσει τη ληστεία του αμερικανικού
θησαυροφυλακίου Φορτ Νοξ από τον άπληστο Χρυσοδάκτυλο {ο συμπαθής ευτραφής
Γκερτ Φρέμπε}, που διαθέτει μια ομάδα κρούσης από Κινεζοκορεάτες. Η Βρετανία
αναλαμβάνει πλέον φανερά διεθνείς αποστολές και σώζει μέχρι και τα λεφτά των
Αμερικανών, που οι ίδιοι είναι ανίκανοι να προφυλάξουν! Με τις σεναριακές
υπερβολές, τη δαιδαλώδη πλοκή, τα γκάτζετ και τα ειδικά του εφέ, Ο Χρυσοδάκτυλος έγινε το
πρότυπο για όλες τις επόμενες ταινίες της σειράς του Τζέιμς Μποντ και για το
κινηματογραφικό φαινόμενο που θα αποτελούσε. Από τότε, όλες θέλουν να τον
συναγωνιστούν σε υπερβολή. Στην Επιχείρηση
Κεραυνός {Thunderball,
1965} λ.χ, τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της σειράς, επιστρατεύεται και
πάλι ο δαιμόνιος Τέρενς Γιάνγκ στη σκηνοθεσία, αλλά δεν ελέγχει απόλυτα το
υλικό του και χάνεται μέσα στον εντυπωσιασμό.
Μετά την τροπή που
πήραν τα πράγματα, η σειρά οδηγήθηκε στην απώλεια των λεπτών ισορροπιών και
στην τυποποίηση μέσω της υπερβολής και της μηχανιστικής αντιγραφής άλλων
κινηματογραφικών επιτυχιών. Έτσι, έχουμε το Τα διαμάντια είναι παντοτινά {Μπούλιτ και Ο άνθρωπος από τη Γαλλία},
το Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν {ταινίες «blaxploitation»}, το Επιχείρηση Μουνρέικερ {Star Wars}, το Επιχείρηση Οκτάπουσι {Ιντιάνα Τζόουνς} κλπ. Τη
δεκαετία του ’80 έχουμε και την οριστική παρακμή της σειράς με τις ταινίες του
Τζον Γκλεν, όπου οι παλιές δόξες είναι πλέον παρελθόν.
Με το τέλος του Ψυχρού
Πολέμου, η σειρά φαίνεται να μην έχει πλέον λόγο ύπαρξης και προσπαθεί μάταια
να επιβιώσει. Οι σκηνοθετικές απόπειρες του Σαμ Μέντες με το Skyfall {2012} και
το Spectre {2015} προσεγγίζουν το θέμα τους με μια μελαγχολία που σχολιάζει την πτώση των ηθικών
αξιών και το χάσμα γενεών ανάμεσα στους πράκτορες. Είναι ένα κριτικό σχόλιο
πάνω στη μετεξέλιξη του φαινομένου του Τζέιμς Μποντ και πιστοποιεί αυτό που είναι
πλέον προφανές: Ότι η σειρά «έχει φάει τα ψωμιά της». Οι Τέρενς Γιάνγκ και Ρίτσαρντ
Μέιμπουμ φαντάζουν πολύ μακρινοί…
Μεγάλες είναι και οι
ευθύνες των παραγώγων Άλμπερτ Μπρόκολι και Χάρι Σάλτσμαν για την τροπή που πήρε
η σειρά και ο ήρωας. Αφού δημιούργησαν μια εκπληκτική ισορροπία μέσα στις
ψυχροπολεμικές ταινίες, υποτάχτηκαν τελικά στην φτηνή εμπορικότητα και
«άρμεξαν» τη δημοφιλία του ήρωα. Αντί να τον μετατρέψουν σε έναν άλλο Χάρι Πάλμερ {επίσης
δημιούργημα του Σάλτσμαν}, τον μετέτρεψαν τελικά σε γραφική φιγούρα όπως ο
Σούπερμαν ή ο Ταρζάν. Με αφορμή, λοιπόν, τα 55 χρόνια από την κυκλοφορία
του Δόκτωρ Νο,
μπορούμε να ξαναδούμε με νοσταλγία τις πρώτες ταινίες της σειράς ως ένα κριτικό
και καθόλου φτηνιάρικο σχόλιο πάνω στην εποχή τους.
* 7-11-2017
,,,η επιμελεια & η επιλογη Φωτο εγινε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου