Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

ΤΑΠΕΙΝΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΟ ΓΕΡΑΜΑΝΗ {του Αντώνη Κασίτα}

 


Μέσα σε μια παλιά ταβέρνα 

όλον τον κόσμο κέρνα και κέρνα

και η φωνή του Γεραμάνη

να μας μιλάει για τον Τσιτσάνη.




                       

                        Πενιές του Μπέμπη και του Μανόλη

                        στη βιοπάλη μα και στη σκόλη

                        και η καρδιά σκαλί πιο πάνω

                        με τη βραχνή φωνή σου Πάνο.







                           Για κάθε καταφρονεμένο

                        κι ένα τραγούδι δακρυσμένο

                        του αφιέρωνες μ’ αγάπη

                        κι έκανες τη ψυχή να λάμπει.


                        Για μας θα είσαι ένας βάρδος

                        ελιά κρασί και λίγος άρτος

                        σημαία ο Πάνος κυματίζει

                        ένα τραγούδι που αρμενίζει.





Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΙΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ {του Κώστα Τσιναρίδη}


 “Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο παπάς κηρύγματα, και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε πως σχετίζεται αυτός ο κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θα απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις.

Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και το 
ποινικό δίκαιο, και τον καθηγητή που διδάσκει ποινικό 
δίκαιο, και συνάμα το αναπόφευκτο σύγγραμμα με το 
οποίο ο καθηγητής ρίχνει στην αγορά τις διαλέξεις του εν 
είδει εμπορεύματος. Έτσι πολλαπλασιάζεται ο εθνικός 
πλούτος.” (Καρλ Μαρξ, “Εγκώμιο του εγκλήματος”)


Κάπως έτσι. Το έγκλημα ως έννοια μπορεί να οριστεί μόνο σε συνάρτηση με την οργανωμένη κοινωνία. Στη συνέχεια, υπεισέρχεται η έννοια της ηθικής ώστε να πειστούν τα μέλη της. Στην ουσία, έγκλημα είναι η πράξη που χαρακτηρίζεται ως τέτοια από την κυρίαρχη κοινωνική τάξη, όταν η πρώτη απειλεί την αναπαραγωγή της δεύτερης.

Με βάση το παραπάνω σχήμα, ο αμερικανικός κινηματογράφος ξεδίπλωσε μια κοινωνική κριτική σε πολλές αστυνομικές ταινίες. Από τις πρώτες απόπειρες ήταν το αστυνομικό δράμα του Μέρβιν Λερόι Είμαι ένας δραπέτης (I am a fugitive from a chain-gang, 1932). Ο Πολ Μιούνι υποδύεται έναν ένοχο δικαστικής πλάνης που κατορθώνει να δραπετεύσει και να ξαναφτιάξει τη ζωή του, αλλάζοντας ταυτότητα. Όταν μετά από καιρό αποφασίζει να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα για να κριθεί επιεικώς, ο εφιάλτης ξαναζωντανεύει και ξαναπαίρνει το δρόμο της φυλακής. Παρά τις προσωπικές του προσπάθειες, το δικαστικό σύστημα δεν επιβραβεύει τον ήρωα αλλά τον συνθλίβει μέσα στις σκοπιμότητές του. Ο Φριτς Λανγκ κινήθηκε στην παραπάνω προβληματική ήδη από την πρώτη του αμερικανική παραγωγή, τη Νέμεσι (Fury, 1936) με τον Σπένσερ Τρέισι. Εδώ ο ήρωας παγιδεύεται από τον υπόκοσμο και φορτώνεται ένα έγκλημα που δεν έκανε, αλλά το δικαστήριο ενδιαφέρεται μόνο για την απλή διεκπεραίωση της υπόθεσης. Ο ήρωας καταφέρνει να ξεφύγει και να αναμετρηθεί με αυτούς που τον παγίδεψαν, παρά την εχθρότητα των αρχών και της κοινωνίας, που αρέσκεται στους προπηλακισμούς των κατηγορουμένων. Η ίδια ματιά κυριαρχεί και στην επόμενη ταινία του Λανγκ Έχω δικαίωμα να ζήσω (You only live once, 1937). Ένα χρόνο αργότερα, ο Μάικλ Κέρτιζ θα δείξει τα λεπτά όρια μεταξύ νομιμότητας και παραβατικότητας στους Αγγέλους με βρώμικα πρόσωπα (Angels with dirty faces, 1938). Με την εξαίρετη σκιαγράφηση της συμπεριφοράς μιας νεανικής συμμορίας, η ταινία αποτέλεσε το πρότυπο για πολλές άλλες παρόμοιες προσεγγίσεις. Και η δεκαετία θα κλείσει με το Με έκαναν εγκληματία (They made me a criminal, 1939) του Μπάσμπι Μπέρκλεϊ, με τον Τζον Γκάρφιλντ στο ρόλο ενός μποξέρ, που η βιαιότητα του επαγγέλματός του τον οδηγεί σε αμφιβολίες για ενδεχόμενη δολοφονική ενέργεια. Ο Γκάρφιλντ θα υποδυόταν έναν ήρωα με ανάλογο περιβάλλον στο ακόμα πιο καταγγελτικό Δάφνες στο ρινγκ (Body and soul, 1947).

Με τη μεσολάβηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της εμπειρίας του Μακαρθισμού, ο αμερικανικός κινηματογράφος άρχισε να εμπλουτίζει τις ταινίες του με περισσότερο κοινωνικό προβληματισμό, που συμπλήρωσε τους προβληματισμούς των αστυνομικών ταινιών της προηγούμενης δεκαετίας. Ο Ζυλ Ντασέν στον Δήμιο των κολασμένων (Brute force, 1947) έδειξε τη συμπόνοια του προς τους φυλακισμένους, που δε διαφέρουν και πολύ από τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας και θα μπορούσαν κάλλιστα να μη βρίσκονται εκεί. Στον αντίποδα βρίσκεται ο κτηνώδης διευθυντής, που για λόγους αυτοπροβολής ωθεί τους φυλακισμένους σε εξέγερση, για να μπορέσει να την καταστείλει μετά. Ο Άμπραχαμ Πολόνσκι στο Μυστικό της παράνομης λέσχης (Force of evil, 1948) έδειξε τον οικονομικό ανταγωνισμό στο μονοπωλιακό στάδιο, χρησιμοποιώντας την παραβολή ενός πολέμου συμμοριών. Ο Ντον Ζίγκελ με τα έξοχα Η ανταρσία άρχισε (Riot in cell block 11, 1954) και Τα χαμίνια της Μαύρης Λεωφόρου (Crime in the streets, 1956) μπόρεσε να εισάγει στις αστυνομικές ταινίες πολλά νεορεαλιστικά στοιχεία, χαλαρώνοντας τις συμβάσεις του νουάρ και αναδεικνύοντας περισσότερο την κοινωνική καταγγελία.

Με την είσοδο της δεκαετίας του ’60 και την άνοδο διαφόρων ειρηνιστικών και αντιρατσιστικών κινημάτων, η κοινωνική καταγγελία συνεχίστηκε και εμπλουτίστηκε ακόμα παραπάνω. Ο Άρθουρ Πεν στην Καταδίωξη (The chase, 1966) έδειξε την αρρωστημένη ατμόσφαιρα της αμερικανικής υπαίθρου και την εμμονή με την οπλοκατοχή, που εξελίσσεται σε πραγματική Αποκάλυψη όταν οι πολίτες αποφασίζουν να συνδράμουν το νόμο για να ικανοποιήσουν τη διωκτική τους μανία. Ο Στιούαρτ Ρόζενμπεργκ στο έξοχο Ο μεγάλος δραπέτης (Cool Hand Luke, 1967) με τον Πολ Νιούμαν ασχολήθηκε για άλλη μια φορά με το αμερικανικό σωφρονιστικό σύστημα, αυτή τη φορά στις αγροτικές φυλακές.

Στη δεκαετία του ’70, η παραπάνω θεματολογία ατόνισε για να εξαφανιστεί σχεδόν στις επόμενες δεκαετίες. Ξεχωρίζει Ο κυνηγημένος (Straight time, 1978) του Ούλου Γκρόσμπαρντ, με τον Ντάστιν Χόφμαν στο ρόλο ενός φυλακισμένου με αναστολή που επιστρέφει στην παρανομία ύστερα από την ασφυκτική πίεση του αστυνομικού που τον επιβλέπει. Αλλά και δύο δημιουργίες των Ντον Ζίγκελ και Στιούαρτ Ρόζενμπεργκ, η Απόδραση από το Αλκατράζ (Escape from Alcatraz, 1979) και το Μπρουμπέικερ (Brubaker, 1980) αντίστοιχα, που ενσωματώνουν όλη την προβληματική των προηγούμενων ταινιών τους.

Στις δεκαετίες που μεσολάβησαν, δε μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε κάποια ταινία που να ασχολήθηκε με ανάλογη αποτελεσματικότητα με τα παραπάνω, με εξαίρεση ίσως το παλιομοδίτικο Σταλόνε, η απόδραση (Lock-up, 1989) του Τζον Φλιν. Φαίνεται πως η εισαγωγή των ειδικών εφέ στον κινηματογράφο αλλά και η γενικότερη αδιαφορία του κοινού για κοινωνικά θέματα είχαν την αρνητική επίδρασή τους στην παραπάνω κατηγορία ταινιών.



* 2-6-2015


,,,η επιμελεια & η επιλογη Φωτο εγινε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !


Τρίτη 13 Απριλίου 2021

ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ {του Αντώνη Κασίτα}



Μια μέρα με παίρνει ο Χρήστος ο Κωνσταντίνου τηλέφωνο και μου λέει: « ρε συ έχουμε το βράδυ μια συναυλία στο Ίλιον στο Πνευματικό Κέντρο, αφιέρωμα στον Άκη Πάνου με τον φίλο του τον Μανόλη τον Τοπάλη, δεν γράφεις κάτι για τον Άκη να το διαβάσεις το βράδυ να μην μπούμε έτσι στο ξεκάρφωτο »; Στη δουλειά ήμουν στην ΕΡΤ ακόμα. Κάθισα και έγραψα αυτό το κείμενο και το διάβασα το βράδυ πριν αρχίσει η συναυλία.





Μαθημέ στις κακουχί - άιντε φτου κι απ΄την αρχή τις κουβέ και πειθαρχί - αδιόρθω αναρχί Δεν προσκυ ποτέ κανέ - λένε όχι λέω ναι στην κρεμά έχω ανέ - με κηδέ και ζωντανέ Τι με νοιά αν θα με φά - θα πεθά που θα πεθά δεν τρομά ο μελλοθά - με σταυρό και Γολγοθά.

Εφτά νομά- δυστυχισμέ- σ’ ένα δωμά- φυλακισμέ- δικαίως αγανακτησμέ- και με τα πάντα αηδιασμέ- πώς τάχεις έτσι μοιρασμέ- ντουνιά ψευτοπολιτισμέ

«Απαλλάξτε την κοινωνία από τον κύριο και τα παρωχημένα τραγούδια του...»

Σαν φριχτοί πυροβολισμοί αντήχησαν τα λόγια του συνηγόρου πολιτικής αγωγής Βασίλη Καπερνάρου στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Κακουργιοδικείου Καβάλας.

Λίγους μήνες αργότερα η «ζωή του όλη» έγινε «κέρασμα στο Χάρο» αλλά τα "παρωχημένα" τραγούδια του παρέμειναν σημαίες πολιτισμού της χώρας...

«Για μένα ο δρόμος είναι δρόμος, τι πάει να πει είναι στραβός;» Ο Αθανάσιος - Δημήτριος Πάνου γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1933 στην Καλλιθέα. Ο πατέρας του Εργάζονταν στη Βασιλική φρουρά κι αργότερα στο 15ο στρατιωτικό νοσοκομείο, ως γραμματέας. Ήταν τέσσερα αδέρφια, τα τρία αγόρια. Τη μύησή του στη μουσική θα πρέπει όμως να την πιστώσουμε στη μητέρα του. Εκείνη ήταν που του τραγουδούσε τα ρεμπέτικα της εποχής και τον πήρε από το χέρι να τον γνωρίσει σε σημαντικούς ανθρώπους. Έτσι, ο μικρός Θανασάκης (Άκης) βρέθηκε το 1946, στα δεκατρία του μόλις χρόνια, να παίζει σε διάφορεςταβέρνες βγάζοντας πιατάκι - κιθάρα και μπουζούκι πλάι στον Γιάννη Σταματίου, τον «Σπόρο».

Θυμάμαι στις διάφορες συζητήσεις που κάναμε με τον Γιάννη το Σταματίου για το λαϊκό τραγούδι και κάποια φορά πιάσαμε κουβέντα για τον Πάνου. «Κοίταξε να δεις», μου είχε πει, «με τον Άκη γνωριζόμασταν από παιδιά στο Μπραχάμι όπου γεννήθηκα εγώ και η οικογένεια του είχε έρθει και κατοικούσαν εκεί. Αυτά που έχει γράψει στο τραγούδι του 'Εφτά νομά' ήταν η πραγματική του ζωή. Μένανε τότε σε ένα μαγαζί απ’ αυτά που ήταν κατεβασμένα τα ρολά και στη τζαμαρία είχαν κολλήσει εφημερίδες για να μη φαίνονται έξω. Κάναμε παρέα τότε νεαροί και παίζαμε και σε καμιά ταβέρνα βγάζοντας "σφουγκάρα". Ήταν ένα μυαλό ανήσυχο, ανυπόταχτο και ασυμβίβαστο. Γι' αυτό και εξεπλάγην τρομερά όταν έμαθα πως είχε γίνει μάρτυρας του Ιεχωβά. Αργότερα είχε αποστασιοποιηθεί βέβαια από τη θρησκεία, αλλά τρελαθήκαμε όταν μάθαμε ότι ο Άκης είχε κάνει το φόνο. Ο Άνθρωπος που λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων δεν θα δεχόταν ούτε αίμα να του έβαζαν αν χρειαζόταν, έφτασε στο σημείο να σηκώσει το πιστόλι και να σκοτώσει άνθρωπο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έκανε κάτι τέτοιο»… Απόσωσε την κουβέντα του ο Σπόρος.

Κανείς; διερωτώμαι εγώ τώρα. Αλλά θα επανέλθω πιο κάτω επί του θέματος.

Στα 17 του το 'σκασε από το σπίτι για να παντρευτεί την Δήμητρα, που πάντως την χώρισε για να παντρευτεί την Άννα, μητέρα των τεσσάρων παιδιών του. Μιλούσε πάντα στους γονείς του στον πληθυντικό και αυτό απαιτούσε και από τα παιδιά του.

Καλλιθέα, Δάφνη, Πετράλωνα, Άη-Γιάννης Ρέντης ήταν μερικές απ' τις περιοχές που εμφανίστηκε ως μουσικός μέχρι το 1958, οπότε και αποσύρθηκε ουσιαστικά από τη νύχτα. Ήταν η ώρα του Συνθέτη. Δισκογραφεί το πρώτο του τραγούδι, 'Το παιδί που απόψε πίνει', σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη με τη φωνή της Καίτης Γκρέυ. Τα χρόνια που ακολούθησαν δε χαρακτηρίστηκαν από κάποια ιδιαίτερη δραστηριοποίησή του, μέχρι να φτάσουμε στο 1967, έτος κυκλοφορίας του «Θα κλείσω τα μάτια» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Χαρούλα Λαμπράκη. Εκεί αισθάνθηκε και τον πέλεκυ της ανοησίας των Λογοκριτών, μόλις 15 μέρες κυκλοφόρησε ο δίσκος. Η «φτώχια» και η «μιζέρια» που προσπαθεί να αποποιηθεί ο ήρωας του τραγουδιού αντικαθίστανται από κάτι «λευκά περιστέρια» και η Βίκυ Μοσχολιού αναλαμβάνει το 1970 να ερμηνεύσει το τραγούδι με τους πολιτικά ‘‘ορθούς στίχους’’.

Η πλέον δημιουργική δεκαετία του Άκη Πάνου έχει ξεκινήσει. «Η πιο μεγάλη ώρα», «Η ζωή μου όλη», «Και τι δεν κάνω», «Εγώ καλά σου τα 'λεγα», «Πήρα απ' το χέρι σου νερό», «Δεν κλαίω για τώρα», «Για κοίτα με στα μάτια», «Ο τρελός», «Πυρετός». Ακολούθησαν το «Θέλω να τα πω», «Ο δρόμος είναι δρόμος», «Εφτά νομά σ' ένα δωμά».

Το 1974 κάνει την πρώτη καλλιτεχνική υπέρβαση. Μπαίνει στο στούντιο μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη για έναν μεγάλο δίσκο και συγκρούεται μαζί του. Εκεί που προηγουμένως είχαν ευλαβικά πειθαρχήσει ο Γ.Μπιθικώτσης και ο Στράτος Διονυσίου, ο Καζαντζίδης αντέδρασε: Δε δέχτηκε τον απόλυτο έλεγχο που ήθελε ο συνθέτης στην ηχογράφηση. Έτσι προέκυψαν μόνο 6 τραγούδια και ο δίσκος συμπληρώθηκε με παλαιότερες επιτυχίες του τραγουδιστή. Ωστόσο μέσα από το αγαπημένο του εννεάσημο (9/8) μέτρο, που κυριαρχεί και σ΄ αυτόν τον δίσκο, παρουσιάζει στίχους που υπερβαίνουν την μόδα της εποχής «φύγε - μη φύγεις», «Σ' αγαπώ - μ' αγαπάς» και απογειώνει τις ερμηνευτικές επιδόσεις του μεγάλου Έλληνα ερμηνευτή. για το ομότιτλο του δίσκου τραγούδι, «Η ζωή μου όλη», ο Καζαντζίδης είπε: «Είναι το καλύτερό μου κουστούμι, και αυτό που με εκφράζει περισσότερο

Το 1977 με σημαία ένα τραγούδι που γράφτηκε για τη συνεργασία του με τον Καζαντζίδη και ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά, ηχογραφεί το «Παρών!» Τραγούδια - σπονδές για τα πιο άγρια όνειρα των λαϊκών ανθρώπων, που θα επισκιάσει ο θρυλικός «Τρελός», ανεπανάληπτο σουξέ και καλλιτεχνική μονογραφή του Μητσιά!

Αν όμως οι δύο αυτοί δίσκοι ήταν η καλλιτεχνική του απογείωση, το 1982 έρχεται ο εμπορικότερος του δίσκος. «Θέλω να τα πω» με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. «Θέλω να τα πω», «Εφτά νομά σ' ένα δωμά», τα σκωπτικά «Άνοιξε Πέτρο» και «Αδιόρθω αναρχί», ξεσηκώνουν την Ελλάδα που έχει μόλις μπει σε μια νέα πολιτικοκοινωνική εποχή.

Την αμέσως επόμενη χρονιά οι Αδελφοί Φαληρέα εκτοξεύουν το: «Αφιερωμένο εξαιρετικά» με τα Παιδιά από την Πάτρα, τραγούδι του «Δε θέλω τη συμπόνια κανενός»

Η επόμενη Δεκαετία τον βρίσκει να σιωπά καλλιτεχνικά και να φλερτάρει με την επικαιρότητα, μέσω επιστολών και άρθρων. Αποφάσισε να ξανανέβει στο πάλκο για δύο μόνο δεκαπενθήμερα: το 1989 στο «Επειγόντως» και το 1994 στα «9/8». Εκεί είχε στήσει το πάλκο σε δύο σειρές. Μπροστά οι μουσικοί, πίσω οι τραγουδιστές και δεν είχε αφήσει χώρο για πίστα.




Την 1η Αυγούστου 1997, πυροβολεί και σκοτώνει τον Σωτήρη Γιαλαμά, μη εγκρίνοντας την ερωτική σχέση που διατηρούσε το θύμα με την κόρη του Ελευθερία. Δικάζεται τον Μάρτιο του 1998 από το μικτό ορκωτό κακουργιοδικείο Καβάλας. «Δεν μετανόησα γιατί δεν εννόησα τι έγινε» έλεγε, οχυρωμένος πίσω από τον προσωπικό του κώδικα. Κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται σε ισόβια χωρίς ελαφρυντικά. Δεν του αναγνωρίστηκε ούτε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, αλλά ούτε και αυτό της καλλιτεχνικής προσφοράς...

Τον τραγούδησαν όλα τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού. Δισκογράφησε 200 περίπου τραγούδια, ενώ πολλά έμειναν στο συρτάρι του. Αξιοσημείωτη είναι η έντονη φήμη που αναπτύχθηκε λίγο πριν πεθάνει, πως είχε δρομολογηθεί η συνεργασία του με τον Στέλιο Καζαντζίδη, ο οποίος ήταν ο μόνος καλλιτέχνης πρώτης γραμμής που τον επισκέφθηκε στη φυλακή.

Επανέρχομαι στο ερώτημα «κανείς;», που ανέφερα πιο πάνω. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που προετοιμάζονται σε όλη τους τη ζωή για μια συγκεκριμένη στιγμή που θα προκύψει στη ζωή τους. Δεν γνωρίζουν ούτε πότε, ούτε πως, ούτε ποια, θα είναι η συγκεκριμένη στιγμή. Όμως αυτοί προετοιμάζονται συνεχώς για να είναι έτοιμοι όταν θα έρθει. Ένας από αυτούς ήταν και ο Άκης Πάνου. Τη συγκεκριμένη στιγμή που ο κώδικας τον αξιών του ευρέθη στο αδιέξοδο, «ως έτοιμος από καιρό ωσάν γενναίος» αναμετρήθηκε με τον εαυτό του πρωτίστως για να κάνει την υπέρβαση, την οποιαδήποτε υπέρβαση. Στις 2 Φεβρουαρίου 2000 εισήχθη στο Ευγενίδειο θεραπευτήριο, όπου και κατέληξε την Παρασκευή 7 Απριλίου, στις 12 το μεσημέρι, από καρκίνο του παγκρέατος. Ήταν 67 ετών.

Πες μου παππού πες μου παππού, αυτός ο κόσμος πάει που και του δικού σου του σκοπού μάθε μου την αξία να το συλλάβω δε μπορώ, μυαλό δεν έχω κοφτερό ήμουνα κι έμεινα μωρό στην κυριολεξία Πες μου γιαγιά πες μου γιαγιά γιατί αν δεν έχουμε μαγιά ό,τι κι αν κάνουμε γιαγιά η ζύμη δε φουσκώνει και πες μου σε παρακαλώ όταν τ’ αλεύρι είναι καλό πως αυγαταίνει το κιλό και βγαίνουνε δυο τόνοι

Την κοινωνία που τήνε σπρώχνουν στον κατήφορο τα λάθη κι αργοπεθαίνει μες την ψευτιά, την αμαρτία και τα πάθη την κοινωνία που για το αύριο την πνίγει η αγωνία τι ειρωνεία, εμείς τη φτιάξαμε, αυτή την κοινωνία Την κοινωνία που και πιστεύει και παλεύει και ελπίζει μ’ αυτό που χτίζει, από τη μοίρα της σπρωγμένη το γκρεμίζει την κοινωνία που για το αύριο την πνίγει η αγωνία τι ειρωνεία, εμείς τη φτιάξαμε αυτή την κοινωνία.

Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους δικάζουν

Δεκαπέντε χρόνια μετά την δίκη που «απάλλαξε» την κοινωνία από κάτι τέτοιους «κυρίους» και τα «παρωχημένα» τραγούδια τους, όπως απαίτησε ο συνήγορος πολιτικής αγωγής…


Υ.Γ. Στοιχεία αλιευμένα από το διαδίκτυο


* επιμελεια & επιλογη Φωτο: Αθανάσιος Αθάνατος !





«Είμαι όρθιος» [αφιερωμενο στον Γιώργο Σαρρή] {του Αθανάσιου Αθάνατου}

  Σ' αυτό το ταξίδι, δεν είμαι μοναχός ποτίζω σαν βροχή το κρύο χώμα, του κάθε πάθους σας, θα γίνω συνοδός θα βάλω στο μαυρόασπρο, το χρ...