“Ο φιλόσοφος παράγει ιδέες, ο ποιητής ποιήματα, ο παπάς κηρύγματα, και ούτω καθεξής. Ο εγκληματίας παράγει εγκλήματα. Αν προσέξουμε πως σχετίζεται αυτός ο κλάδος παραγωγής με το κοινωνικό σύνολο, θα απαλλαγούμε από πολλές προκαταλήψεις.
Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο εγκλήματα, αλλά και τοΜε βάση το παραπάνω
σχήμα, ο αμερικανικός κινηματογράφος ξεδίπλωσε μια κοινωνική κριτική σε πολλές
αστυνομικές ταινίες. Από τις πρώτες απόπειρες ήταν το αστυνομικό δράμα του
Μέρβιν Λερόι Είμαι ένας δραπέτης (I
am a fugitive from a
chain-gang, 1932). Ο Πολ Μιούνι
υποδύεται έναν ένοχο δικαστικής πλάνης που κατορθώνει να δραπετεύσει και να
ξαναφτιάξει τη ζωή του, αλλάζοντας ταυτότητα. Όταν μετά από καιρό αποφασίζει να
αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα για να κριθεί επιεικώς, ο εφιάλτης
ξαναζωντανεύει και ξαναπαίρνει το δρόμο της φυλακής. Παρά τις προσωπικές του
προσπάθειες, το δικαστικό σύστημα δεν επιβραβεύει τον ήρωα αλλά τον συνθλίβει
μέσα στις σκοπιμότητές του. Ο Φριτς Λανγκ κινήθηκε στην παραπάνω προβληματική
ήδη από την πρώτη του αμερικανική παραγωγή, τη Νέμεσι (Fury, 1936) με τον Σπένσερ Τρέισι. Εδώ ο
ήρωας παγιδεύεται από τον υπόκοσμο και φορτώνεται ένα έγκλημα που δεν έκανε,
αλλά το δικαστήριο ενδιαφέρεται μόνο για την απλή διεκπεραίωση της υπόθεσης. Ο
ήρωας καταφέρνει να ξεφύγει και να αναμετρηθεί με αυτούς που τον παγίδεψαν,
παρά την εχθρότητα των αρχών και της κοινωνίας, που αρέσκεται στους
προπηλακισμούς των κατηγορουμένων. Η ίδια ματιά κυριαρχεί και στην επόμενη
ταινία του Λανγκ Έχω δικαίωμα να ζήσω
(You only live
once, 1937). Ένα χρόνο αργότερα, ο Μάικλ Κέρτιζ θα δείξει τα
λεπτά όρια μεταξύ νομιμότητας και παραβατικότητας στους Αγγέλους με βρώμικα πρόσωπα (Angels with
dirty faces, 1938). Με την
εξαίρετη σκιαγράφηση της συμπεριφοράς μιας νεανικής συμμορίας, η ταινία
αποτέλεσε το πρότυπο για πολλές άλλες παρόμοιες προσεγγίσεις. Και η δεκαετία θα
κλείσει με το Με έκαναν εγκληματία (They
made me a
criminal, 1939) του Μπάσμπι Μπέρκλεϊ, με τον Τζον
Γκάρφιλντ στο ρόλο ενός μποξέρ, που η βιαιότητα του επαγγέλματός του τον οδηγεί
σε αμφιβολίες για ενδεχόμενη δολοφονική ενέργεια. Ο Γκάρφιλντ θα υποδυόταν έναν
ήρωα με ανάλογο περιβάλλον στο ακόμα πιο καταγγελτικό Δάφνες στο ρινγκ (Body and
soul, 1947).
Με τη μεσολάβηση του Β’
Παγκοσμίου Πολέμου και της εμπειρίας του Μακαρθισμού, ο αμερικανικός
κινηματογράφος άρχισε να εμπλουτίζει τις ταινίες του με περισσότερο κοινωνικό
προβληματισμό, που συμπλήρωσε τους προβληματισμούς των αστυνομικών ταινιών της
προηγούμενης δεκαετίας. Ο Ζυλ Ντασέν στον Δήμιο
των κολασμένων (Brute force,
1947) έδειξε τη συμπόνοια του προς τους φυλακισμένους, που δε διαφέρουν και
πολύ από τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας και θα μπορούσαν κάλλιστα να μη
βρίσκονται εκεί. Στον αντίποδα βρίσκεται ο κτηνώδης διευθυντής, που για λόγους
αυτοπροβολής ωθεί τους φυλακισμένους σε εξέγερση, για να μπορέσει να την καταστείλει
μετά. Ο Άμπραχαμ Πολόνσκι στο Μυστικό της
παράνομης λέσχης (Force of
evil, 1948) έδειξε τον οικονομικό ανταγωνισμό στο μονοπωλιακό
στάδιο, χρησιμοποιώντας την παραβολή ενός πολέμου συμμοριών. Ο Ντον Ζίγκελ με τα
έξοχα Η ανταρσία άρχισε (Riot
in cell block
11, 1954) και Τα χαμίνια της Μαύρης
Λεωφόρου (Crime in the
streets, 1956) μπόρεσε να εισάγει στις αστυνομικές
ταινίες πολλά νεορεαλιστικά στοιχεία, χαλαρώνοντας τις συμβάσεις του νουάρ και
αναδεικνύοντας περισσότερο την κοινωνική καταγγελία.
Με την είσοδο της
δεκαετίας του ’60 και την άνοδο διαφόρων ειρηνιστικών και αντιρατσιστικών
κινημάτων, η κοινωνική καταγγελία συνεχίστηκε και εμπλουτίστηκε ακόμα παραπάνω.
Ο Άρθουρ Πεν στην Καταδίωξη (The
chase, 1966) έδειξε την αρρωστημένη ατμόσφαιρα της αμερικανικής
υπαίθρου και την εμμονή με την οπλοκατοχή, που εξελίσσεται σε πραγματική
Αποκάλυψη όταν οι πολίτες αποφασίζουν να συνδράμουν το νόμο για να
ικανοποιήσουν τη διωκτική τους μανία. Ο Στιούαρτ Ρόζενμπεργκ στο έξοχο Ο μεγάλος δραπέτης (Cool
Hand Luke, 1967) με τον Πολ
Νιούμαν ασχολήθηκε για άλλη μια φορά με το αμερικανικό σωφρονιστικό σύστημα,
αυτή τη φορά στις αγροτικές φυλακές.
Στη δεκαετία του ’70, η
παραπάνω θεματολογία ατόνισε για να εξαφανιστεί σχεδόν στις επόμενες δεκαετίες.
Ξεχωρίζει Ο κυνηγημένος (Straight time, 1978) του Ούλου
Γκρόσμπαρντ, με τον Ντάστιν Χόφμαν στο ρόλο ενός φυλακισμένου με αναστολή που
επιστρέφει στην παρανομία ύστερα από την ασφυκτική πίεση του αστυνομικού που
τον επιβλέπει. Αλλά και δύο δημιουργίες των Ντον Ζίγκελ και Στιούαρτ
Ρόζενμπεργκ, η Απόδραση από το Αλκατράζ
(Escape from Alcatraz,
1979) και το Μπρουμπέικερ (Brubaker,
1980) αντίστοιχα, που ενσωματώνουν όλη την προβληματική των προηγούμενων
ταινιών τους.
Στις δεκαετίες που
μεσολάβησαν, δε μπορούμε να πούμε ότι υπήρξε κάποια ταινία που να ασχολήθηκε με
ανάλογη αποτελεσματικότητα με τα παραπάνω, με εξαίρεση ίσως το παλιομοδίτικο Σταλόνε, η απόδραση (Lock-up,
1989) του Τζον Φλιν. Φαίνεται πως η εισαγωγή των ειδικών εφέ στον κινηματογράφο
αλλά και η γενικότερη αδιαφορία του κοινού για κοινωνικά θέματα είχαν την
αρνητική επίδρασή τους στην παραπάνω κατηγορία ταινιών.
* 2-6-2015
,,,η επιμελεια & η επιλογη Φωτο εγινε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου