Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Αντώνης Κασίτας: «Μανώλης Χιώτης - ο μάγκας που έβαλε κολόνια στο τραγούδι» {ΣυΝεντευξη στον Αθανάσιο Αθάνατο}

 


Ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε ένας μύθος για το Λαϊκό μας Τραγούδι. Γνωρίζαμε όλοι μας το μέγεθος αλλά όχι λεπτομέρειες για τη ζωή του και την πορεία του. Αυτό το κενό το γέμισε σχετικά πρόσφατα ο Αντώνης Κασίτας με τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, καθώς και με το ομότιτλο βιβλίο του που ακολούθησε αρκετά χρόνια αργότερα. Αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο προσωπικά και σε μένα μιας και έγινε η αιτία να γνωριστώ και να αναπτύξω με τα χρόνια μια ειλικρινή φιλία μαζί του και μέσω αυτού να αποκτήσω επίσης την ψευδαίσθηση ότι "άγγιξα" κάπως κι εγώ τον Μέγα Λαϊκό Δημιουργό.

Η συζήτηση έγινε του μακρόθεν αλλά με ζέση, αυθορμήτως με πολλά "σκαμπανεβάσματα" και μέσα από το κοινό μας πάθος για το Λαϊκό Τραγούδι. Ο Αντώνης υπήρξε χείμαρρος που προσπάθησα με την παρακάτω καταγραφή να "οριοθετήσω" και να κρατήσω την ουσία των πραγμάτων χωρίς να αλλοιώσω στο ελάχιστο το νόημα, διατηρώντας τη ζωντάνια της κουβέντας μας.



* Φεβρ. 2009_εκδ. 'ΚΨΜ'


Αθανασιος Αθανατος {Α}: Ξεκινάμε από την πρώτη επαφή, με τον Πάνο τον Γεραμάνη. Εμένα με ενδιαφέρει πάρα πολύ πως ξεκίνησε αυτή η ιδέα, για το ντοκιμαντέρ και για την έρευνα.

 

Αντώνης Κασίτας {Κ}: Με τον Πάνο τον Γεραμάνη ήμασταν συνάδελφοι, γιατί εμένα η επαγγελματική μου ενασχόλησή μου ήταν στην ΕΡΤ - δούλεψα 30 χρόνια ως εικονολήπτης, στην ειδησεογραφία, στα επίκαιρα και στις ενημερωτικές εκπομπές – τον ήξερα σαν προσωπικότητα' από ‘κεί και πέρα τον παρακολουθούσα στο ραδιόφωνο γιατί μου άρεσε και με ενδιέφερε πάρα πολύ το λαϊκό τραγούδι και ‘μένα. Κάποια στιγμή στο γνωστό ουζερί την ‘Λέσβο’ στην Μπενάκη, που ήταν ένα απ’ τα στέκια ολονών μας εκείνα τα χρόνια, ήταν ο Γεραμάνης με έναν φίλο του και συνάδελφό του.. αλληλοκεραστήκαμε ένα ουζάκι και έριξα εγώ μια ιδέα. Πέρασε λίγος καιρός και ξαναβρεθήκαμε εκεί πέρα – ήταν και μια κοινή συνάδελφος μας' μπαίνοντας στο ουζερί να πιούμε ένα τσίπουρο σχολώντας απ’ τη δουλειά, μας βλέπει ο Πάνος και μας κάνει με το χέρι «ελάτε εδώ, καθήστε κάτω , σας θέλω..» και κατευθείαν μας λέει «ζήτημα πρώτον: Μανώλης Χιώτης». Εγώ εκείνη την εποχή ψαχνόμουνα και λιγάκι ν’ ασχοληθώ σκηνοθετικά με το ντοκιμαντέρ, γιατί ούτε λίγο – ούτε πολύ έχω συμμετάσχει σε πάνω από 100 ντοκιμαντέρ στη ζωή μου, και αισθανόμουνα πολύ ώριμος και έτοιμος για κάτι τέτοιο. Αποδείχτηκε τελικά, ότι κάτι κάναμε.

 

{Α}: Γιατί ο Χιώτης;

 

{Κ}: Γιατί ήταν ιδέα του Πάνου του Γεραμάνη.. γιατί ο Χιώτης ήταν αυτή η persona που ήταν στο Λαϊκό τραγούδι’ θεωρείται πολύ μεγάλη προσωπικότητα. Αυτό γίνεται το 2001-02. Το 2004 πήγε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

 

{Α}: 30 χρόνια μετά τον θάνατο του Χιώτη, και δεν υπήρχε κάποια μελέτη.. αποσπασματικά μόνο υπήρχαν κάποια κομμάτια. Αυτό δεν είναι κάπως παράξενο;

 

{Κ}: Τίποτα απολύτως δεν είχε γίνει.. Ίσως έπαιζε ο ρόλο ότι ο Χιώτης είχε κάνει 3 γάμους, δεν είχε έναν «μόνιμο χώρο οικογενειακό» δικό του, πήγε στην Αμερική, ήταν και ρεμπέτης ο άνθρωπος. Δεν ασχολιόντουσαν οι άνθρωποι με αρχεία εκείνα τα χρόνια. Κι οπότε ήταν πάρα πολύ δύσκολα με μετακινήσεις συνεχόμενες, τ’ αδειάσματα των σπιτιών ίσως να έπαιξαν ρόλο ώστε να μην υπάρχει τίποτα. Ο γιος του ο Διαμαντής με βοήθησε πάρα πολύ σε ό,τι είχε απομείνει, αλλά αυτό ήταν περισσότερο σε δίσκους από την Αμερική που είχαν ηχογραφηθεί και σε κάποια χειρόγραφά του που έχουν φωτογραφηθεί όλα κι έχουνε μπει μέσα στο ντοκιμαντέρ.

 

{Α}: Αρχείο είχε ο Γεραμάνης;

 

{Κ}: Ούτε ο Πάνος ο Γεραμάνης είχε αρχείο.. πολύ λίγα πράγματα, περισσότερα ήταν αυτά που είχε γράψει ο ίδιος. Ήταν γνωστή η συνέντευξη του Κουτσοθανάση και ό,τι είχε γραφτεί στις εφημερίδες. Αλλά αυτά δεν ήταν τεκμηριωμένα. Από ‘κει και πέρα ψάξαμε πάρα πολύ, βρήκαμε κόσμο που είχε συνεργαστεί μαζί του. Τι να πω τώρα από ονόματα … από τον Μιχάλη τον Γεννήτσαρη που τον είχε παιδί στα χέρια του 15-16 χρονών στον ‘Βλάχο’ το περιβόητο κέντρο, ο Σπύρος ο Ευσταθίου μας μίλησε, ο Γιάννης ο Καραμπεσίνης, ο Τάκης ο Μπίνης, ο Σπόρος και ο Γρηγόρης ο Μπιθικώτσης φυσικά να μην τον ξεχάσουμε..

 

{Α}: Εκτός απ’ την Λίντα και την Κυριακίδου φυσικά.. την Ζωή Νάχη όμως όχι.

 

{Κ}: Η Ζωή Νάχη δεν ήθελε να μου μιλήσει, όπως και τα παιδιά του δεν ήθελαν να μου μιλήσουν. Ο Διαμαντής με βοήθησε πάρα πολύ με το αρχείο.. όταν έφτασε στο σημείο να βγει και το βιβλίο, τον πήρα τηλέφωνο, του το πήγα και με πήρε μετά από 3-4 ώρες και μου λέει: «αισθάνομαι την ανάγκη να σ’ αγκαλιάσω και να σε φιλήσω. Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ για ό,τι έκανες για τον πατέρα μου».

 

{Α}: Ποιες ήταν οι δυσκολίες και ποιες οι βοήθειες, εκτός από αυτές που ήδη μου έχεις αναφέρει.

 

 

{Κ}: Αυτό ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα βέβαια. Αλλά κοίταξε να δεις, είχαμε φτιάξει μια πάρα πολύ ωραία Ομάδα. Δεν ήταν μόνο ο Πάνος ο Γεραμάνης, ήταν και η Μπέλλα η Μηλοπούλου που έκανε την επιμέλεια της ύλης, έγραφε τα κείμενα του ντοκιμαντέρ και βοήθαγε πάρα πολύ, ήταν ο Βασίλης ο Λουμπρίνης, ήταν ο Βαγγέλης ο Αρναουτάκης ο μουσικός παραγωγός και ερευνητής. Συνεργαζόμασταν πάρα πολύ ωραία.. ελέγχαμε και διασταυρώναμε τις πληροφορίες μας. Βέβαια εδώ αξίζει τον κόπο να σου αναφέρω το περιστατικό πως βρήκαμε το πρώτο τραγούδι του Μανώλη του Χιώτη. Αυτό είναι μια κατάκτηση και προσφορά δική μας.


1938 - DG 6393_ 'Καινούργια νοιώθω την ζωή'


{Α}: Σ’ αυτό ήθελα να επιμείνω. «Πραγματικά» εσείς το βρήκατε, δεν υπήρχε αυτό το τραγούδι..; Ήταν μόνο σε συλλέκτες;

 

{Κ}: Απ’ ότι ξέραμε ούτε σε συλλέκτες υπήρχε. Θα σου πω τι έγινε.. Ο Βασίλης ο Λουμπρίνης, καταγόμενος εκ Φιγαλείας Ηλείας, πήγε μια μέρα στο χωριό του να δει την μητέρα του.. κι όπως ήταν βρήκε ένα παλιό μπαούλο κι έψαχνε μέσα εκεί. Βρήκε διάφορους δίσκους. Ένας απ’ τους δίσκους που βρήκε - ήταν λιωμένη η ετικέτα – ήταν και του Χιώτη. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε πως έγραφε κάτι Σπιταμπέλης-Σπιτάμπελος, το πήγα στον Γεραμάνη και «μπα.. είναι μεταγενέστερα τραγούδια» μου λέει, δεν τα ‘ξερε κι αυτός, δεν ασχολήθηκε μέσα στο τρέξιμο των εργασιών του των πολλών. Μια μέρα πήγα στο σπίτι του Πάνου κι εκεί που τρώγαμε και πίναμε άνοιξε - λέω και στη γυναίκα του την Ναυσικά - ό,τι έχετε φέρτε τα θέλω να τα φωτογραφήσω, έχω ανάγκη από υλικό. Πραγματικά φορτώθηκα δίσκους του – είχε πολύ μεγάλο αρχείο τέτοιο ο Πάνος – και μεταξύ των άλλων όπως ήμουν στο studio εγώ και φωτογράφιζα κοντινό-γενικό ξέρεις για να ‘χω πλάνα, εστιάζω πάνω σε μια ετικέτα που ήταν μισοσβησμένη που έγραφε «Καινούργ.. Χιώτης-Σπιτάμπ..». Κατευθείαν παίρνω τηλέφωνο τον Βαγγέλη τον Αρναουτάκη τηλέφωνο, μου λέει έλα από ΄δω ΤΩΡΑ – έμενε τότε στην Μεταμόρφωση κι εγώ ήμουν στο studio στην Ηλιούπολη. Ο δίσκος ήταν πάρα πολύ φθαρμένος. Κατέβασε 3 πικάπ ο Βαγγέλης και καταφέραμε και το σώσαμε το τραγούδι.. πανηγυρίζαμε σαν μικρά παιδιά. Ήταν σαν να μας το πέταξε ο ίδιος ο Χιώτης απ’ τα ουράνια στο κεφάλι μας.. κάπως έτσι ένιωθα.

 

{Α}: Στη γειτονιά του στο Ναύπλιο που πήγατε…;

 

{Κ}: Στην Πρόνοια.. ήταν προσφυγική η γειτονιά, βέβαια δεν υπήρχε τίποτα, μας δείξαν το μέρος που ήταν το σπίτι του, ήταν γκρεμισμένα όλα αυτά. Κάναμε πλάκα τότε και λέγαμε μήπως βρούμε καμμιά χορδή – καμμιά πένα. Ο Χιώτης είχε φύγει πολύ μικρός απ’ το Ναύπλιο, 14-15 χρονών, κι είχε έρθει στην Αθήνα. Έπαιζε στο μαγαζί του πατέρα του στον Κεραμεικό στα ‘Παγώνια’ και μετά αφού ξεπετάχτηκε λιγάκι τον έστειλε στον Γεννήτσαρη στο ‘Δάσος’ και παίζανε μαζί.

 

{Α}: Αφού αναφέρθηκες στον Διαμαντή τον πατέρα σε πάω πίσω να πούμε πως βρέθηκε αρχικά ο Χιώτης στη Θεσσαλονίκη και ποιο ήταν το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε;

 

{Κ}: Γράφω στο βιβλίο μου μέσα ότι γεννήθηκε μες στα σπίτια με τα κόκκινα φώτα. Το έδωσα ποιητικά για να μην τολμήσει να μου πει κανένας τίποτα. Το λέω ευθέως… έτσι ήτανε. Ο πατέρας του ήτανε μάγκας περιωπής εκείνη την εποχή, τον μαχαίρωσε ο άλλος ο Μανιάτης.. μπροστά στον Χιώτη απ’ ότι μας έλεγε ο Μπίνης. Δε θέλω να μείνω κι εγώ τόσο πολύ σ’ αυτήν την ιστορία..

 

{Α}: Ξέρεις γιατί επέμεινα λίγο παραπάνω; Γιατί είναι καρφί στο μάτι της υποκρισίας, σ’ αυτήν την ψευτοηθική. Για εμένα, να σου το πω έτσι, δεν αποκαθηλώθηκε στα μάτια μου η προσωπικότητά του.

 

{Κ}: Να σου πω κάτι..; Αν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους σαν κι εσένα και σαν κι εμένα δεν τίθεται ζήτημα, αλλά δε θέλω να ασχολούνται οι πορνοφυλλάδες και τα κουτσομπολίστικα σχόλια να φτάνουνε σ’ αυτό το επίπεδο και να χάνουμε την ουσία. Εσύ κι εγώ δεν έχουμε χάσει την ουσία του Χιώτη.. η ουσία του ήτανε η τεράστια προσφορά του. Η προσωπικότητά του στο ζήτημα το πως γαλουχήθηκαν και γαλουχούνται ακόμα γενεές μουσικών μέσα από το παίξιμο και τους δρόμους που κατέθεσε στην Μουσική. Τα άλλα τα αναφέρουμε απλώς για την Ιστορία.

 

{Α}: Επειδή είσαι άνθρωπος της δουλειάς ήθελα να ρωτήσω πως δούλεψες ως ντοκιμαντερίστας, και θα επανέλθουμε πάλι στον Χιώτη.

 

{Κ}: Δεν είχαμε πολύ υλικό στη διάθεσή μας, είχαμε μόνο τις παλαιές ταινίες του Ελληνικού Κινηματογράφου κι αυτά ήταν «ντυμένα» με πλάνα’ τα τραγούδια αυτά είχαν γραφτεί για τις ταινίες και δεν μπορούσα να βάλω 30 τραγούδια γιατί είναι αυτομάτως 90 λεπτά και δε θα αναφερόμασταν καθόλου στη ζωή του. Φωτογραφίες είχαμε μόνο από την τελευταία περίοδο, μετά το ’55 ας πούμε. Εδώ θα σταθώ στον Διαμαντή, μου ‘δωσε υλικό από διαφημίσεις, καταχωρήσεις, περιοδικά στην Αμερική. Κι εδώ θέλω να τονίσω κάτι.. διότι αμφισβητείται η κουβέντα αυτή που είχε πει ο Jimi Hendrix για τον Μανώλη τον Χιώτη ότι είναι ο καλύτερος κιθαρίστας. Εγώ έχω την μαρτυρία του Δημήτρη του Κόλλια του κιθαρίστα του που ζούσαν στο Chicago και μου ΄χε πει ότι μόλις τελειώναμε το πρόγραμμα εμείς, μ’ έπαιρνε και περπατάγαμε καπνίζαμε ένα τσιγάρο και πηγαίναμε στα Μεξικάνικα. Ο μπάρμπα-Κόλλιας τον πέρασε για Μεξικάνο ο άνθρωπος.. έτσι τον είδε, έτσι τον φαντάστηκε, έτσι τον είπε.

 

{Α}: Με συγχωρείς τώρα που θα κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου.. ότι μπερδεύτηκε και τον είπε Μεξικάνο έναν μαύρο καλλιτέχνη, εγώ το δέχομαι αυτό. Πως μπορούμε να διασταυρώσουμε ότι όντως ήταν αυτός; Το ’65 ο Hendrix δεν ήταν ακόμα πολύ γνωστός.

 

{Κ}: Εν πάσει περιπτώσει, εγώ δεν επιμένω’ εγώ έχω τις μαρτυρίες που μου είπε η Μαίρη Λίντα, που μου είπε ο Μήτσος ο Κόλλιας.. ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Σε ένα περιοδικό που μου είχε δώσει ο Διαμαντής τότε, είχε μια καταχώριση στο Chicago που παίζανε. Έλεγε Jim Apostolou – Μανώλης Χιώτης κλπ σε ένα ξενοδοχείο που παίζανε, και από την πίσω μεριά είχε μια άλλη καταχώριση που έλεγε Jimi Hendrix που έπαιζε κάπου εκεί. Κι αυτό είναι κάποιο στοιχείο. Οι ανταλλαγές οι μουσικές γινόντουσαν και θα γίνονται πάντα, ο ένας καλλιτέχνης πάει και ακούει τον άλλον. Δεν λένε ότι ο Χιώτης είναι επηρεασμένος απ’ τον Django Reinhardt ; Μου το λένε Jazzίστες αυτό το πράγμα, που έχουνε εντρυφήσει.

 

{A}: Η Ragtime για παράδειγμα ..

 

{Κ}: Το «Εσύ είσαι η ατία που υποφέρω» δεν είναι ένας κομμένος χρόνος κυριολεκτικά, το Ragtime που λέμε; Ήταν ο πρώτος που τα έφερε όλα αυτά.. τέλοσπαντων μπορούμε να κάνουμε μια μουσικολογική ανάλυση με τις γνώσεις που διαθέτουμε’ γιατί ούτε Μουσικολόγοι είμαστε, εγώ ντοκιμαντερίστας είμαι.

 

{Α}: Όχι φυσικά.. εγώ Ακροατής δηλώνω. Απλώς εγώ ήθελα να πω πως δεν υπάρχει ανάγκη ο “celebrity” να επιβεβαιώσει τον Χιώτη – και τον κάθε Χιώτη. Έχουμε και μια τέτοια διαστροφική ξενομανία.. εμένα μια τέτοια επιβεβαίωση δεν μου προσθέτει κάτι παραπάνω’ απλώς είναι μόνο ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Αν όντως βρέθηκαν, είναι καταπληκτικό.

 

{Κ}: Ξέρεις γιατί στέκομαι και με «απασχόλησε» αυτό το πράγμα..; Αν ήταν – δεν ήταν μ’ αφήνει αδιάφορο. Το ζήτημα ήταν πως ένας άνθρωπος από την Ελλάδα βρέθηκε εκεί, του ‘δώσαν μια κιθάρα κι άρχισε να αυτοσχεδιάζει. Κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό στοιχείο να καταφέρει να τους κερδίσει παικτικά, Μουσικά.

 

{Α}: Κρίμα που δεν προχώρησε περισσότερο σ’ αυτό που ονομάστηκε μετά Ethnic Μουσική. Θα μπορούσε πραγματικά ν’ αφήσει εποχή.

 

{Κ}: Κατά κάποιον τρόπο το κάνανε κάποιοι Έλληνες, υπάρχουν ντοκουμέντα πολλά απ’ την 7η Λεωφόρο κλπ, Χαλκιάδες.. τότε ήταν πολύ της μόδας στην Αμερική να μαζεύονται Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Έλληνες μουσικοί και να παίζουνε όλοι μαζί και να αυτοσχεδιάζουν. Δεν ξέρω… η Αμερική δεν ήτανε καλό πράγμα για τον Χιώτη, εγώ νομίζω ότι η Αμερική τον κατέστρεψε. Δεν έγραψε τίποτε σοβαρό εκεί.. και μάλιστα αναφέρει ο Ζαμπέτας μέσα στο βιβλίο του – αυτό που είχε επιμεληθεί η Κλειάσιου – ότι του έλεγε ο Χιώτης άστα αυτά, γράφτα όλα εκεί που δεν πιάνει το μελάνι, τα περιγράφει πολύ ωραία ο Ζαμπέτας. Εδώ του λέει έπαιξα ένα ολόκληρο βράδυ με έναν που δεν ήξερε άλλο απ’ το λα ματζόρε. Εδώ κοίτα του λέει να γεμίσει η πανταλούνα λεφτά. Το επίπεδο στην Αμερική είναι αυτό που είναι. Ελάχιστα πράγματα έγραψε σε σχέση με την κατάθεση που έκανε απ’ το ’52 και μετά, αλλά και πιο πριν, την πρώτη περίοδο του.. συγκλονιστική. Εγώ τον θεωρώ τον Χιώτη έναν από τους μεταρρυθμιστές… πιστεύω πως ο πρώτος μεταρρυθμιστής ήτανε ο Μάρκος ο Βαμβακάρης, ο δεύτερος ήτανε ο Βασίλης ο Τσιτσάνης και τρίτος ήτανε ο Χιώτης. Στο 4 είναι ο Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης - τους βάζω μαζί - και τώρα πέμπτο βάζω τον Θάνο τον Μικρούτσικο.

 

{Α}: Επειδή μίλησες για την μεταρρύθμιση, να μιλήσουμε για το θέμα του μπουζουκιού. Οι «κλασικοί» Λαϊκοί – κι εγώ κλασικός λέω ότι είμαι στα ακούσματά μου – λένε ότι ξέφυγε το όργανο στα χέρια του Χιώτη. Με την καλή έννοια από την μια, αλλά έφυγε ο κλασικός ήχος του, αυτός που ξέραμε από την εποχή του Μάρκου’ έγινε ηλεκτρικός και όχι μόνο πιο γρήγορος.. το ύφος έφυγε, έγινε άλλο πράγμα. Εξέλιξη θεωρείται βέβαια, αλλά είναι άλλο παρακλάδι.

 

{Κ}: Και γιατί να μη γίνει ηλεκτρικός ο ήχος του μπουζουκιού; Ένα το κρατούμενο.. είναι επιστημονική εξέλιξη. Υπάρχουν τα θετικά – υπάρχουν και τ’ αρνητικά. Σαφώς άλλαξε η ροή του μπουζουκιού.

 

{Α}: Εγώ κάνω μια επισήμανση – δε λέω ότι είναι αρνητικό -  και θέλω τα σχόλια σου. Έφυγε απ’ αυτόν τον ήχο που είχε προπολεμικά, το ’50 είχε άλλον ήχο και μετά το ’59 πια ο Χιώτης είναι άλλο πράγμα μέχρι το τέλος της ζωής του, την τελευταία δεκαετία. Είχε αυτές τις περιόδους, που είναι διαφορετικές.

 

{Κ}: Η πρώτη περίοδος είναι απ’ το ξεκίνημά του μέχρι το 1952.. και πιο πριν’ το 1948 έφτιαξε το «Pigal's» και είναι ευκαιρία να το αναφέρουμε τώρα. Ήταν ένα κοσμικό μαγαζί της εποχής, το οποίο μέσα στον Εμφύλιο κιόλας προσπάθησε να δώσει μια άλλη ανάσα, έναν άλλον αέρα καλλιτεχνικό. Και τα καταφέραν θαυμάσια.. βάλαν γυναίκες, σηκωνόντουσαν όρθιοι, προσπαθούσαν να ξεφύγουνε απ’ αυτό το βαρύ, το μάγκικο, το κουτσαβακίστικο. Ήταν στην Πατησίων στη στοά κάτω, δεν υπάρχει πια σαν χώρος.. πάντως ιδέα του Χιώτη ήτανε και το είχανε ονομάσει απ’ την περιβόητη πλατεία των Παρισίων την Pigalle, για να δώσουνε έναν μοντερνισμό. Παντού ήταν μεταρρυθμιστής ο Χιώτης. Ο Σπύρος ο Ευσταθίου μας είχε πει μια πάρα πολύ ωραία κουβέντα, πραγματικά με χαράκωσε και μου ‘δωσε έναυσμα καινούργιο. Λέει, «Ήτανε προοδευτικός άνθρωπος, του άρεσε να φτιάχνει καινούργια πράγματα». Τι ποιο ωραία έννοια να αναλύεις την έννοια προοδευτικός. Αυτό έχει να κάνει και με τις ιδεολογίες..


Αντώνης Κασίτας {αυτοΦωτογραφια}



{Α}: Εκεί το πάμε…

 

{Κ}: Δεν μπορούμε να μην το πάμε.. πολιτικοποιημένοι άνθρωποι είμαστε.

 

{Α}: Αφού το πήγαμε εκεί… το βιβλίο σου διαπνέεται απ’ αυτό το ύφος. Μου είχε κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή’ πρώτα απ’ όλα εκτός απ’ την παρέμβαση του Άλκη του Ρήγου, κι εσύ ως συγγραφέας αναλύεις όλο το Ιστορικό υπόβαθρο και μάλιστα με πολλές λεπτομέρειες που ξεφεύγουν απ’ την κλασική ανάγνωση ενός βιβλίου για έναν λαϊκό καλλιτέχνη, κι επιμένεις πάρα πολύ σ’ αυτό. Το δεύτερο σε σύνδεση με το πρώτο, κατά πόσο ήταν πολιτικοποιημένος ο Χιώτης είτε στην Τέχνη του – είτε στη ζωή του, κάτι που δεν βγήκε προς τα έξω ;

 

{Κ}: Θ’ απαντήσω ρωτώντας… δηλαδή το λαϊκό τραγούδι σαν έννοια έρχεται ξαφνικά και πέφτει απ’ τον ουρανό σ’ έναν τόπο, φυτρώνει, ανθίζει, καρπίζει και ξεραίνεται; Όχι βέβαια.. υπάρχουν κάποιες διαδικασίες που υφίσταται σαν πολιτισμικό γεγονός. Πάντοτε υπάρχουν κοινωνικές αιτίες που αναδεικνύεται ένα φαινόμενο’ όταν μεγαλουργεί δε το φαινόμενο αυτό όπως το λαϊκό τραγούδι – γιατί δε θα δώσω αυτόν τον χαρακτηρισμό Ρεμπέτικο, το αναφέρω σαν Λαϊκό τραγούδι όλο – έχει να κάνει με τις βασικές κοινωνικές αιτίες της εποχής.

 

{Α}: Πάντως ο Χιώτης απολιτίκ, σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί..

 

{Κ}: Όχι, ούτε εγώ τον θεωρώ απολιτίκ. Ήταν πολύ βαθειά ριζωμένος μέσα στην κοινωνία’ και δεν ήταν μόνο με τα τραγούδια του, αλλά και με την στάση ζωής του. Βοηθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει ο άνθρωπος. Υπάρχουν μαρτυρίες.. να σου πω το πιο χαρακτηριστικό το οποίο πραγματικά εμένα με είχε συγκινήσει. Πήγαινε και ψώνιζε συνέχεια μια μέρα στον χασάπη της γειτονιάς του – στην Κυψέλη τότε που έμενε, στην Πάρνηθος – γιατί ήθελε να τον ενισχύσει γιατί είχε μάθει ότι έκλεινε. Όταν καταλάβαινε ότι ο άνθρωπος είχε κάποια ανάγκη, πήγαινε και τον βοήθαγε, του ‘δινε χρήματα. Μου ‘χουνε πει σύγχρονοι μουσικοί οι οποίοι δούλεψαν κοντά του – και δεν αναφέρομαι μόνο στον Χρήστο τον Νικολόπουλο – που πήγαινε και τους έδινε τα διπλάσια λεφτά το Σάββατο γιατί είχε πάει καλά η δουλειά, και τον ευγνωμονούσανε οι άνθρωποι λέει γιατί φάγανε γλυκό ψωμί. Τι να πω για τον συγχωρεμένο τον Νίκο τον Μυλωνά που ήταν ο ακορντεονίστας του στα τελευταία του..; Δεν μπορείς να φανταστείς.. μιλάγαμε με τους ανθρώπους και κυριολεκτικά κλαίγανε στο άκουσμα μόνο του ονόματος του. Για να καταλήξω.. δεν είναι πολιτικοί με τη σημερινή μικρο-έννοια, είναι βαθειά πολιτικοποιημένα άτομα με την ευρεία έννοια της πολιτικής του ανθρώπου, κι ας ήταν «αγράμματοι».

 

{Α}: Πάντως κάτι κακό δεν έχουμε να πούμε’ απ’ ότι λένε όλοι και απ’ ότι έχουμε διαβάσει στο βιβλίο σου στις εξηγήσεις του ήταν τύπος και υπογραμμός’ αυτό που λέγανε οι παλιοί, μάγκας.

 

{Κ}: Άκουσε… ο Χρήστος ο Νικολόπουλος είχε πει το εξής: «η συμπεριφορά του όλη και το παρουσιαστικό του, μου θύμιζε τους παλιούς μάγκες. Τι εννοώ μ’ όλο αυτό.. εννοώ τη ντομπροσύνη». Σίγουρα θα είχε και τις κακές του στιγμές, άνθρωπος ήταν, αλλά δε θα σταθούμε σ’ αυτό. Τώρα μου ‘ρχονται στο μυαλό πράγματα όπως η συγκλονιστική σχέση του με τον «Μπέμπη», τον Δημήτρη τον Στεργίου. Ήταν κυριολεκτικά ο ένας το «alter ego» του αλλουνού’ ο ένας ήταν το υπέρλαμπρο άστρο, κι ο άλλος η καταβύθιση στα βάθη του είναι.. φαίνεται και παικτικά αυτό το πράγμα.

 

{Α}: Εσύ τι παραπάνω κέρδισες, ως άνθρωπος, απ’ όλη αυτήν τη δουλειά;

 

{Κ}: Πέρα από τη γνώση, αυτό που μου έμεινε είναι μια απογείωση. Το να ασχοληθείς με το λαϊκό τραγούδι είναι κάτι το συγκλονιστικό. Είναι όλοι οι καημοί, οι πόθοι και τα πάθη του Ελληνικού λαού μέσα εκεί κατατεθειμένα. Είναι μια τεράστια υπόθεση και γι’ αυτό το κυνηγήσαν όλοι’ λίγα πέρασε ο Μίκης ο Θεοδωράκης για το μπουζούκι, στον «Επιτάφιο» ;

 

{Α}: Ο οποίος θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν «μαθητής» του Χιώτη..

 

{Κ}: Θα μπορούσα να το πω λίγο πιο «κομψά».. ήταν συνεργάτες μεγάλοι, βρήκαν ο ένας τον άλλον. Ότι ο Χιώτης συνέτεινε πάρα πολύ στο να διαμορφωθεί ο «Επιτάφιος» σαν καθαρά λαϊκό άκουσμα που ήθελε ο Μίκης ο Θεοδωράκης, σαφέστατα συνέβαλε. Έδωσε αυτή τη χροιά που χρειαζότανε σαν λαϊκός οργανοπαίχτης, έβγαλε τον καλύτερό του εαυτό. Το οποίο παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Μίκης.


                                 Πάνος Γεραμάνης & Αντώνης Κασίτας, 

                          κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων {αρχειο Αντ.Κασιτα}


 

{Α}: Ο Γεραμάνης το πρόλαβε το ντοκιμαντέρ, έτσι; Ήθελα να μιλήσουμε γι’ αυτόν.

 

{Κ}: Βέβαια, και στη Θεσσαλονίκη και παντού. Μ’ ένα παράπονο έφυγε ο Γεραμάνης – σ’ ότι αφορά το ντοκιμαντέρ.. ότι δεν το ‘παιξε η ΕΡΤ. Παρόλο που ήμασταν όλοι άνθρωποι της ΕΡΤ. Ο Πάνος ήταν μια εξαιρετική περίπτωση ανθρώπου. Ήταν τόσο σοβαρός.. θα το πω με την καλή έννοια, δεν ήταν «μάγκας». Είχε τέτοια συμπεριφορά.. ντόμπρα. Ενεπνεύστηκε από μας και είπε «πάμε παιδιά να το κάνουμε, γουστάρω μαζί σας να δουλέψω». Ο Πάνος είχε τρομερή μνήμη. Έκανε χρόνια ραδιόφωνο καθημερινά, και δεν είχε καμία σημείωση – πήγαινε και αυτοσχεδίαζε. Να σου πω για την ημέρα που πέθανε ο Καζαντζίδης.. μου γεννιέται η ιδέα να καταγράψω την εκπομπή του Πάνου – δεν έχουνε βγει, εδώ είναι οι κασέτες σαπίζουν δυστυχώς στα αρχεία μου. Πάω να τον βρω, ήτανε πίσω από ένα μπαράκι και τα ‘πινε. «Ξέρεις τι έγινε σήμερα, έχεις πάρει χαμπάρι;» μου λέει. Ξέρω, του λέω, αλλά πάμε γιατί έχεις εκπομπή. Μπαίνουμε στο studio, κι αρχίζει να αυτοσχεδιάζει.. έκανε μια εκπομπή 2 ώρες, και μετά του αφήσανε άλλες 2 ώρες την εκπομπή του Τζουανόπουλου. Κι ήταν ένα ποτάμι να κατεβαίνει – να κατεβαίνει … κι είναι καταγεγραμμένα όλα αυτά.

 

{Α}: Να πούμε για το βιβλίο.

 

{Κ}: Αλληλοσυμπληρωνόντουσαν το βιβλίο με το ντοκιμαντέρ και τούμπαλιν. Βέβαια από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο, έχω ένα κεφάλαιο μέσα που λέω ‘αυτοσχεδιασμοί’ και νομίζω ότι είναι το καλύτερο κομμάτι. Εκεί ανέπτυξα πως είχα δει εγώ τον Χιώτη σαν μια persona που βέβαια δεν έχω γνωρίσει εκ του σύνεγγυς.

 

{Α}: Συνοπτικά τι επίθετα θα έβαζες όσον αφορά την persona του Χιώτη ;

 

{Κ}: Θα ‘λεγα.. Άνθρωπος – Μάγκας – Μεταρρυθμιστής.

 

{Α}: Η κολόνια που ταιριάζει ;

 

{Κ}: Την κουβέντα αυτή μας την είχε πει ο Σταμάτης ο Κραουνάκης, τον οποίο τον θεωρούνε ότι είναι «μαθητευόμενος» του Χιώτη. Λένε ότι έχει πάρει πολλά στοιχεία, και μεταξύ των άλλων μας είπε αυτό..

 

{Α}: Χαριτωμένη έκφραση..

 

{Κ}: Πάρα πολύ χαριτωμένη.. και τον εκφράζει κιόλας. Πραγματικά ήτανε κυριλέ άνθρωπος ο Χιώτης, προσεγμένος.. στο καντίνι και στην πένα που ‘χε γράψει ο Γεραμάνης σ’ ένα άρθρο του.



Αθάνατος - Κασίτας
{Φωτο του οικοδεσπότη Φώτη Φερενίδη,
από την παρουσίαση του βιβλίου στο FM 100
της Θεσσαλονίκης}




* η ΣυΝεντευξη δοθηκε στις 19 Μαρτ. 2021, 

επ' ευκαιρια της συμπληρωσης "100" ετων απο τη γεννηση του Μανώλη Χιώτη !


Σκέψεις για το "Εγώ" μου {του Αθανάσιου Αθάνατου}

 


Σαν το νησί που γύρω του

κυκλώνει το νερό

με διακατέχει με κινεί

το πάθος μου το φοβερό







Σαν το πουλί γοργόφτερο

που σκίζει τους αέρες

ξορκίζω όλα τα λάθη μου

μαραίνω τις φοβέρες



Τα ύδατα τα πρακτικά

ποτές μου δε ρουφάω

σαν Δον Κιχώτης τ' αψηφώ

τους μύλους πολεμάω




Το κράμα αυτό το δυνατό

ρομαντισμού και τρέλας

μες το καζάνι του μυαλού 

παρασκευάζω


το χύνω στο καλούπι μου

το ιδιόρρυθμο σκεύος

στο ψεύτικο το γύρω μας

παρουσιάζω



*1 οι στιχοι γραφτηκαν τον Ιουλ. του 2011 !


*2 η Φωτο ειναι του γραφοντος ...



Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

ΣΤΑΛΙΝ - Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΗ {_} {του Κώστα Τσιναρίδη}

 


Σαν σήμερα πέθανε ο Ιωσήφ Στάλιν. Ηγέτης για κάποιους, δικτάτορας για κάποιους άλλους, σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητος από τον 20ο αιώνα και παραμένει αμφιλεγόμενος μέχρι και σήμερα. Η φιγούρα του αναπαραστάθηκε πολλές φορές στον κινηματογράφο. Μάλιστα, εμφανίζεται ιδιαίτερα δημοφιλής κινηματογραφικά, μια και η λίστα των ταινιών που εμφανίζεται είναι ατελείωτη. Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι οι διαφορετικές οπτικές γωνίες που ποικίλλουν, σε αντίθεση π.χ. με τον Λένιν, που έχει αναπαρασταθεί ως επί το πλείστον θετικά πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ή τον Χίτλερ, που η αρνητική ματιά απέναντί του είναι ομόφωνη. Στο κείμενο δεν επιδιώκουμε να αποδώσουμε ιστορικές και πολιτικές κρίσεις αλλά απλώς να καταγράψουμε τις κυριότερες ταινίες που ασχολήθηκαν με τον Στάλιν σε συνάρτηση με το πολιτικό κλίμα της εποχής στην οποία γυρίστηκαν.




Η πρώτη φορά που η φιγούρα του Στάλιν εμφανίστηκε ολοκληρωμένα στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1937 στη σοβιετική παραγωγή του Μιχαήλ Ρομ Ο Λένιν τον Οκτώβρη (Lenin v Oktyabre). Πρόκειται για μια σημαντική ταινία που άλλαξε την εικόνα του Λένιν, από απρόσωπη ιστορική φιγούρα σε καθημερινό άνθρωπο. Μαζί επιφυλάσσει και ένα θετικό πορτραίτο του νεαρού Στάλιν ως πιστού συνεργάτη του Λένιν στην κρίσιμη στιγμή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στο ρόλο ο Σεμιόν Γκόλντσταμπ. Στη συνέχεια της προηγούμενης ταινίας Ο Λένιν το 1918 (Lenin v 1918 godu, 1939) επαναλαμβάνονται τα ίδια μοτίβα, με τον Στάλιν να καταλαμβάνει περισσότερο φιλμικό χρόνο από πριν και τον Λένιν να τον προαλείφει ως διάδοχό του. Στο ρόλο ο Γεωργιανός ηθοποιός Μιχαήλ Γελοβάνι, που έμελλε να τον ενσαρκώσει σε 12 ταινίες. Οπωσδήποτε, οι δύο ταινίες απευθύνονται σε θεατές που διάκεινται ευμενώς απέναντι στους ήρωές τους, ωστόσο δε στερούνται αφηγηματικών αρετών από έναν καταξιωμένο σκηνοθέτη.

Ύστερα από αυτές τις δύο ταινίες, άνοιξε ο δρόμος για μια σειρά απεικονίσεων ιστορικών αλλά και φανταστικών γεγονότων με πρωταγωνιστή τον Στάλιν. Έτσι, ο σημαντικός Σεργκέι Γιούτκεβιτς γύρισε τον Άνθρωπο με το τουφέκι (Chelovek s ruzhyom, 1938) και τον Γιάκοβ Σβερντλόφ (Yakov Sverdlov, 1940), με τον Στάλιν σε δεύτερο ρόλο να λειτουργεί ως πρότυπο έμπνευσης για τους πρωταγωνιστές. Ανάλογο είναι και το πνεύμα των ταινιών πολλών άλλων σημαντικών σκηνοθετών εκείνης της περιόδου, όπως του Γκριγκόρι Κόζιντσεφ (Ο Μαξίμ στην εξουσία, 1939), του Λιέφ Κουλιεσόφ (Οι Σιβηριανοί, 1940), του Μιχαήλ Καλατόζοφ (Βαλέρι Τσκάλοφ, 1941), του Λεονίντ Λιουκόφ (Αλέξανδρος Παρχομένκο, 1942) κ.α. Μαζί με τις παραπάνω ταινίες μυθοπλασίας, γυρίζονται και ταινίες με πρωταγωνιστή τον Στάλιν σε αληθινά περιστατικά, όπως Η 1η Στρατιά Ιππικού (Pervaya konnaya, 1941) του Γιεφίμ Τζιγκάν, με θέμα τη δράση του παραπάνω σώματος στο σοβιετοπολωνικό πόλεμο του 1920, και Η Άμυνα του Τσαρίτσιν (Oborona Tsaritsyna, 1942) του Σεργκέι Βασίλιεφ, με θέμα την πολιορκία του Τσαρίτσιν (μετέπειτα Στάλινγκραντ) το 1918 από τους “Λευκούς”. Οι δύο τελευταίες ταινίες φιλοδοξούσαν, μέσω της προβολής παλιότερων στρατιωτικών κατορθωμάτων του Στάλιν, να συσπειρώσουν τον σοβιετικό πληθυσμό γύρω από το πρόσωπό του ενόψει του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάλογη είναι και η συμβολική ματιά του Σεργκέι Αϊζενστάιν στο αριστουργηματικό έπος του Αλέξανδρος Νιέφσκι (Alexandr Nevsky, 1938).

Αν οι παραπάνω ταινίες γίνονται ανεκτές λόγω της δεξιοτεχνίας των δημιουργών τους, ή έστω των αναμφισβήτητων ιστορικών γεγονότων που αναπαριστούν, δε μπορούμε να πούμε το ίδιο και για τη Μεγάλη Αυγή (Velikoye Zarevo, 1938) του Γεωργιανού Μιχαήλ Τσαουρέλι. Ορμώμενος από την επιτυχία των ταινιών του Ρομ, ο Τσαουρέλι καταπιάνεται με την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά εξερευνώντας σε πρώτο πλάνο τη δράση του Στάλιν, παρά του Λένιν. Η ματιά του είναι εντελώς άκριτη απέναντι στον ήρωα, ο οποίος σκιαγραφείται με κάθε λογής θετικές μικρολεπτομέρειες. Παρόλα αυτά, η ταινία ήταν μεγάλη επιτυχία, κάνοντας ευρέως γνωστό τον πρωταγωνιστή της Μιχαήλ Γελοβάνι, στον οποίο αναφερθήκαμε πριν, ενώ ο Τσαουρέλι θα γινόταν ο κυριότερος κινηματογραφικός εκφραστής του φαινομένου που ονομάστηκε “σταλινική προσωπολατρία” μετά το θάνατο του Στάλιν.

Μεσολάβησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η θετική του έκβαση υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης αύξησε διεθνώς το κύρος της, όσο και του Στάλιν που ήταν επικεφαλής στην πολεμική αναμέτρηση. Ήταν προφανές ότι η φιγούρα του τελευταίου θα εμφανιζόταν πλέον σε περισσότερες ταινίες απ’ ότι παλιά. Πρώτος ο Τσαουρέλι γύρισε το 1946 την ταινία Ο όρκος (Klyatva), με θέμα την έμπνευση που άσκησε ο νεκρός Λένιν στον Στάλιν μέχρι το τέλος του πρόσφατου πολέμου. Εδώ ο σκηνοθέτης κάνει την υπέρβαση και ξεπερνά τις απλοϊκότητες τις προηγούμενης ταινίας του. Ο όρκος αποδείχτηκε διεθνής επιτυχία, κερδίζοντας το Βραβείο FIPRΕSCI στο Φεστιβάλ Βενετίας. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για την Πτώση του Βερολίνου (Padeniye Berlina, 1949) όπου ο Τσαουρέλι επανέρχεται στη γνωστή λατρευτική του ματιά. Μόνο οι τεχνικές αξίες της ταινίας την κάνουν ανεκτή στο θεατή. Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα με την επόμενη ταινία του Το Αξέχαστο Έτος 1919 (Nezabyvaemyy god 1919, 1951), με θέμα τις δραστηριότητες του νεαρού Στάλιν τη συγκεκριμένη χρονιά της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η κάμερα ακολουθεί πλέον τον Γελοβάνι κατά πόδας, συνεπικουρούμενη από μουσικούς παιάνες του Σοστακόβιτς. Λέγεται ότι μέχρι και ο ίδιος ο Στάλιν ειρωνεύτηκε εκείνη την περίοδο τους Τσαουρέλι και Γελοβάνι για την εξιδανικευμένη εικόνα που παρουσίαζαν στο κοινό. Πολύ πιο ισορροπημένη, ακαδημαϊκή ωστόσο, είναι η ματιά στις πολεμικές ταινίες Το Τρίτο Χτύπημα (Tretyy Udar, 1948) του Ιγκόρ Σαβτσένκο και Η μάχη του Στάλινγκραντ (Stalingradskaya Bitva, 1949) του Βλαντιμίρ Πετρόφ. Στο ρόλο ο Αλεξέι Ντίκι, που οπτικά βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αληθινή εικόνα του Στάλιν, ενώ συνάντησε και την αποδοχή του τελευταίου.

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 έμελλε να αναστατώσει τη Σοβιετική Ένωση και τον κόσμο γενικά. Η νέα ηγεσία υπό τον Νικίτα Χρουστσόφ προέβη σε σταδιακή “αποσταλινοποίηση” όλης της κοινωνικής ζωής, ανάμεσά της και του κινηματογράφου. Οι ταινίες με πρωταγωνιστή τον Στάλιν αποσύρθηκαν, ενώ όσες άλλες περιείχαν έστω και λίγες σκηνές με εκείνον περικόπηκαν. Πρώτο “θύμα” η ιστορική ταινία του Μιχαήλ Καλατόζοφ Θύελλες, Άνεμοι (Vikhri Vrazdebnye, 1953) που κατέβηκε και επανακυκλοφόρησε με περικοπές το 1956. Το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης το 1956 κατηγόρησε ανοιχτά τον Στάλιν για “προσωπολατρία” και διέκρινε δύο πλευρές στη δράση του, μία θετική και μία αρνητική. Αυτή η διάκριση θα συνόδευε πλέον την ιστορική αποτίμηση του Στάλιν από τότε κι έπειτα. (Σατανική σύμπτωση: την ίδια χρονιά πέθανε ο ηθοποιός Μιχαήλ Γελοβάνι, που είχε ταυτιστεί μαζί του, και μάλιστα στην επέτειο των γενεθλίων του Στάλιν στις 21 Δεκεμβρίου!).

Πρώτος ο βετεράνος Σεργκέι Βασίλιεφ, που τον είχε υμνήσει παλιότερα, θα αναλάμβανε να φτιάξει μια νέα, αντικειμενικότερη υποτίθεται, κινηματογραφική εικόνα του Στάλιν στις νέες συνθήκες. Στην ιστορική του ταινία Μέρες Επανάστασης (V dni Oktyabrya, 1958), αφιερωμένη στα 40 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο νεαρός Στάλιν εμφανίζεται ως πιστός ακόλουθος του Λένιν, σε καμία περίπτωση όμως ως πιθανός διάδοχός του. Στο ρόλο ο Γεωργιανός Αντρό Κομπαλάτζε, εμπνευσμένη επιλογή για τον ρόλο, που θα επαναλάμβανε αρκετές φορές από τότε. Ο Κομπαλάτζε δεν έχει ούτε ένα πλάνο μόνος του, ή έστω με τον Λένιν, αλλά εμφανίζεται πάντοτε ως μέρος μιας συλλογικής ηγεσίας. Αντίθετα, προβάλλει ως ίσος ή ακόμα και ανώτερος του Στάλιν ο Γιάκοβ Σβερντλόφ, γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος πριν από εκείνον μέχρι το θάνατό του το 1919. Πρόκειται για μια ιστορική ανακρίβεια, μια και η θέση του γραμματέα είχε τότε αυστηρά οργανωτικά καθήκοντα και όχι την πολιτική σπουδαιότητα που θα αποκτούσε αργότερα. Ουσιαστικά ο παλιός σταλινικός Βασίλιεφ βιάζεται, μια και φοβάται ότι η “αποσταλινοποίηση” θα έχει ανεξέλεγκτες συνέπειες, να αναπαραστήσει τον Στάλιν σε μια ιστορική περίοδο όπου η θετική του συνεισφορά δεν αμφισβητούνταν ούτε από την τότε κομματική ηγεσία. Ταυτόχρονα, λύνει το ζήτημα του πιθανού διαδόχου του Λένιν με τη φιγούρα του Σβερντλόφ, ενώ για μια άλλη φορά στοχοποιεί ως εχθρούς του Λένιν τους Τρότσκι και Ζηνόβιεφ, που ήρθαν αργότερα σε πλήρη ρήξη με την πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος και τον Στάλιν προσωπικά. Όπως και να ‘χει, πρόκειται για την πλέον λεπτομερειακή ιστορική απεικόνιση των ημερών της Οκτωβριανής Επανάστασης, και ίσως την πιο ενδιαφέρουσα από αφηγηματικής άποψης. Στα επόμενα χρόνια ο Στάλιν κυριολεκτικά εξαφανίζεται κινηματογραφικά.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η σοβιετική ηγεσία θορυβήθηκε από την κινηματογραφική μυθοπλασία των δυτικών ταινιών που αφορούσαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αγνοούσαν τη συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης. Έπρεπε, επομένως, να γυριστεί ένα έπος ανάλογο της Μεγαλύτερης Μέρας του Πολέμου (The Longest Day, 1962). Την “αποστολή” ανέλαβε ο αποτελεσματικός ντοκιμαντερίστας Γιούρι Οζέροφ με την Απελευθέρωση (Osvobozhdeniye, 1970), μια διεθνή συμπαραγωγή τεραστίων διαστάσεων με θέμα τον πόλεμο στο Ανατολικό Μέτωπο. Η ταινία διαθέτει μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση, που εναλλάσσει το ντοκιμαντερίστικο ύφος με αυτό της δυναμικής περιπέτειας. O Οζέροφ πήρε την πρωτοβουλία να εισάγει τη φιγούρα του Στάλιν χωρίς να υπάρχει στο αρχικό σενάριο. Λέγεται, μάλιστα, ότι γύρισε κρυφά τις επίμαχες σκηνές, φέρνοντας προ τετελεσμένου γεγονότος τους υπεύθυνους παραγωγής. Ο Στάλιν εδώ εμφανίζεται και πάλι ως επικεφαλής της πολεμικής προσπάθειας, αλλά χωρίς καμία διάθεση αγιοποίησης. Σκιαγραφούνται μέχρι και τα προσωπικά του ελαττώματα, σύμφωνα με τις βιογραφίες των ανθρώπων που τον έζησαν από κοντά, που ωστόσο δεν αποκτούν αποφασιστική σημασία. Στο ρόλο ο Γεωργιανός καρατερίστας Μπουχούτι Ζακαριάτζε, γνωστός από τη Φυλλοροή (1966) του Οτάρ Οσελιάνι, δίνει μια σπουδαία ερμηνεία, με πάθος αλλά και αμφισημία. Η Απελευθέρωση αποδείχθηκε τεράστια επιτυχία, παγιώνοντας τη θετική εικόνα του Στάλιν στο θυμικό των θεατών. Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την είσοδο της ξεχασμένης φιλμικής φιγούρας του στη μεγάλη οθόνη. Δυστυχώς, οι επόμενες απόπειρες του Οζέροφ στο πολεμικό έπος δε θα ήταν τόσο αποτελεσματικές, όπως με τις υπερπαραγωγές Στρατιώτες της Ελευθερίας (Soldaty Svobody, 1977) και τη Μάχη της Μόσχας (Bitva za Moskvu, 1985), δυο ακαδημαϊκές προσεγγίσεις, και μάλιστα σε μια εποχή όπου πρόβαλλαν τα υπαρξιακά αριστουργήματα Η Άνοδος (Voskhozhdeniye, 1977) της Λαρίσα Σεπίτκο και Έλα να δεις (Idi I smotri, 1984) του Ελέμ Κλίμοφ.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα, ακριβώς λόγω των αλλόκοτων συνθηκών παραγωγής, είναι η τελευταία ταινία του Οζέροφ Στάλινγκραντ (Stalingrad, 1990). Γυρίστηκε λίγο πριν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν ο ιστορικός ρόλος του Στάλιν αποτιμούνταν εντελώς αρνητικά. Ωστόσο, ο Οζέροφ προχωρεί στην ιστορική αποκατάσταση του με πάρα πολλούς συναισθηματισμούς (στο ρόλο ο Αρτσίλ Γκομιασβίλι), ενώ οι σκηνοθετικές του αρετές απέχουν πάρα πολύ από την αριστουργηματική του Απελευθέρωση. Οι δυσκολίες χρηματοδότησης λόγω της κακής κατάστασης της σοβιετικής οικονομίας τον ώθησαν να συνεργαστεί με Αμερικάνους παραγωγούς ταινιών blaxploitation και με τον μεγάλο μαύρο μουσικό Κουίνσι Τζόουνς, ενώ αναγκάστηκε να επιφυλάξει βασικό ρόλο και για τον γνωστό ηθοποιό Πάουερς Μπουθ. Η ταινία είναι εντελώς εκτός της εποχής στην οποία γυρίστηκε, ενώ λόγω παρασκηνίου και μόνο αρκεί για να χαρακτηριστεί “καλτ”.

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, κυριάρχησε η καρικατουρίστικη έως και γκροτέσκο φιγούρα του Στάλιν, όπως στις ταινίες Ο στενός κύκλος (Inner Circle, 1991) του Αντρέι Κοντσαλόφσκι και Ταύρος (Taurus, 2001) του Αλεξάντερ Σοκούροφ. Σε αυτό το στυλ ξεχωρίζει η πολύ κακοφτιαγμένη τηλεταινία του Ιβάν Πέισερ Στάλιν (Stalin, 1992) με τον Ρόμπερτ Ντιβάλ στον ομώνυμο ρόλο, που σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για την ιστορική πιστότητα, αλλά ούτε και για καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Δε μπορούμε να πούμε να πούμε το ίδιο και για την σαρκαστική κωμωδία του Πίτερ Ντάνκαν Τα παιδιά της επανάστασης (Children of the revolution, 1996) που αναφέρεται στο ενδεχόμενο γέννησης ενός νόθου παιδιού του Στάλιν, κάτι που προκαλεί πανικό από μόνο του. Μια εύθυμη ματιά πάνω στο φόβο που προκαλεί ο Στάλιν μέχρι σήμερα, ακόμα και νεκρός. Στο ρόλο ο πολύ καλός Φίλιπ Μάρεϊ Έιμπραχαμ, που υπηρετεί την ειρωνική ματιά της ταινίας ακριβώς επειδή είναι αταίριαστος.

Πρόσφατα είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι ο Στίβεν Σόντερμπεργκ θα γύριζε μια υπερπαραγωγή με θέμα τη δράση του Στάλιν την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με εξαίρεση την Απελευθέρωση του Οζέροφ, πολύ λίγες ταινίες ασχολούνται ψύχραιμα χωρίς θετική ή αρνητική προκατάληψη απέναντι στον Στάλιν. Θα ήταν ενδιαφέρον ο ευσυνείδητος επαγγελματίας Σόντερμπεργκ να κατέθετε τη δική του ματιά χωρίς συναισθηματισμούς για εκείνη την ιστορική περιόδο.

 

(_) Ο τίτλος προέρχεται από την ομώνυμη σπαρταριστή κωμωδία του Κουβανού Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα, παραγωγής 1966. Η ταινία αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας Κουβανός πολίτης όταν μπλέκει με την κουβανική γραφειοκρατία, παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες για δραστικό περιορισμό της. Μετά το θάνατο του Στάλιν η κατηγορία του “γραφειοκρατισμού” ήταν μία από τις πολλές που είχαν εξαπολυθεί εναντίον του, όχι μόνο από τους εχθρούς αλλά και τους διαδόχους του. Ωστόσο, οι τελευταίοι δεν τα κατάφεραν πολύ καλύτερα από εκείνον, τουλάχιστον ως προς τον παραπάνω χαρακτηρισμό που του απέδωσαν. Πιστεύουμε πως ο ειρωνικός τίτλος της ταινίας του Αλέα ταιριάζει στην αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του Στάλιν και στην κινηματογραφική της αναπαράσταση ώστε να αποτελέσει τον τίτλο του κείμενου.



* 5-3-2016


,,η Φωτο επιλεχθηκε απ' τον Αθανάσιο Αθάνατο !


«Είμαι όρθιος» [αφιερωμενο στον Γιώργο Σαρρή] {του Αθανάσιου Αθάνατου}

  Σ' αυτό το ταξίδι, δεν είμαι μοναχός ποτίζω σαν βροχή το κρύο χώμα, του κάθε πάθους σας, θα γίνω συνοδός θα βάλω στο μαυρόασπρο, το χρ...