Χορευταράς και γόης ο Αντωνάκης με τρυφερή ψυχή, παντρεύτηκε στα 19 τη δεκαοχτάχρονη φίλη του, έγκυο. Στις ασπρόμαυρες φωτό Ιταλικός ρεαλιστικός κινηματογράφος, Θεσσαλονίκη του 60. Γύρισε απ’ το στρατό, πατέρας τρίχρονου κοριτσιού, διάλειμμα.
Ήρθε και ξανάφυγε, λίγο έμεινε στη Σαλονίκη, ίσα που τις χάρηκε. Κατέβηκε στην
Αθήνα για δουλειά και σπίτι. Έπιασε το ισόγειο μιας μονοκατοικίας στα Πατήσια. Κατέβηκαν
και εκείνες. Σπίτι με αυλή όπως της Σαλονίκης. Δούλευε δυο δουλειές, το πρωί
λογιστής, το βράδυ γκαρσόνι, στου Φλόκα. Και τη νύχτα δυο και τρεις φορές τη
βδομάδα χαρτιά. Τότε ήταν που αντάριασε η Βαγγελίτσα κι από άγγελος έγινε
εξολοθρευτής. Άρχισαν οι καυγάδες, οι απειλές και οι φωνές, πεδίο μάχης τα
Πατήσια. Έστειλαν τη μικρή στη γιαγιά στη Σαλονίκη για να είναι ανοιχτός ο
δρόμος του θυμού, διάλειμμα.
Ξεχώρισε βιαστικά τα ρούχα του, αυτά τα καλοσιδερωμένα, τα πουκάμισα με τους
κολλαριστούς γιακάδες, τα ολόμαλλα πουλόβερ και τα παντελόνια με την τσάκιση. Άνοιξε
το παράθυρο και τα άδειασε στο δρόμο. Από πάνω έχυσε την κολόνια, δε της έφτασε
μέχρι εδώ, άρπαξε τους δίσκους απ’ το πικάπ, τους γυαλιστερούς αγαπημένους με
την κλασσική μουσική και τους άλλους τους λαϊκούς και τους έστειλε στο δρόμο.
Έτρεμε από τη φρίκη του εγκλήματός που διέπραξε και δεν ήξερε τι να κάνει πια.
Έβαλε ένα ουίσκι στα άμαθα χείλη και περίμενε.
Έφτασε το ξημέρωμα με ταξί. Κατέβηκε με το βλέμμα στο παράθυρο, είχε φως.
Σκόνταψε σχεδόν μπροστά στο σωρό με τα ρούχα. Στάθηκε αρκετή ώρα, χάραξε. Ασυγκράτητο,
απ’ τα βάθη του διαφράγματος πλούσιο δυνατό ακούστηκε το γέλιο του στην ησυχία
του δρόμου, άνοιξε το παράθυρο, την είδε πανέμορφη στο πρωινό φως. Το γέλιο της
κελαρυστό, κοριτσίστικο ενώθηκε με το δικό του, Ρωμαίος και Ιουλιέτα των
Πατησίων ένιωσαν τη μοίρα τους, θα είναι μαζί ότι κι αν γίνει, γεννημένοι ο
ένας για τον άλλο.Τίτλοι τέλους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου